Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ὁ θησαυρὸς τῆς Σπάρτης, 1849.

 

 Τὸ 1849, στὴν περιοχὴ τοῦ Μυστρᾶ, κοντὰ στὴν Σπάρτη, ἒγιναν ἐνέργειες γιὰ ἀνεύρεση θησαυροῦ. Οἱ ἐφημερίδες, μὲ ἀνυπομονησία, περιέργεια καὶ διάθεση ἀστεϊσμοῦ κρατοῦν ἐνήμερο τὸν κόσμο μὲ εἰδήσεις ἀπὸ τὸ χῶρο τῶν ἀνασκαφῶν… Ἡ γλῶσσα ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἀρθρογράφοι, καταπληκτικὴ καὶ πλούσια!

*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1589, 27.04.1849
Τίποτε δὲν γνωρίζομεν περὶ τοῦ θησαυροῦ τῆς Σπάρτης, καὶ φαίνεται, ὅτι οἱ ἐκεῖ ἀπεσταλμένοι ἐνασχολοῦνται ἤδη εἰς τὰς πρὸς ἐξόρυξιν αὐτοῦ ἀνασκαφάς.

(Ἡ ἀρχικὴ ἒλλειψη ἐνημέρωσης… )

*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1590, 01.05.1849
Αἱ εἰδήσεις τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔχομεν περὶ τῶν κεκρυμμένων εἰς τὴν Σπάρτην θησαυρῶν, δὲν εἶναι τόσον πολὺ εὐχάριστοι. Ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε γινομένας ἀνασκαφάς, ἄλλο τι δὲν ἀνεκαλύφθη εἰμὴ ἄμμος καὶ ὕδωρ. Ἐν τοσούτῳ οἱ ἐκεῖσε ἀπεσταλμένοι τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦ θησαυροῦ τούτου, ἔστησαν μίαν καλύβην καὶ ἐχώθησαν εἰς αὐτήν• ἀλλ’ ἡ καλύβη εἶναι τόσον μικρά, ὥστε κοιμώμενοι ἐμπιθιάζονται ὡς αἱ σαρδέλαι. Λέγεται δὲ ὅτι ἠσθένησε καὶ ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τῆς κακοπαθείας, βεβαίως, ἢ καὶ τοῦ νοσεροῦ ἀέρος τοῦ τόπου, διότι ὁ θησαυρὸς εὑρίσκεται ὄχι εἰς τὴν νεοοικοδομηθεῖσαν νέαν πόλιν Σπάρτην, ἀλλ’ εἰς τὴν παλαιὰν καθέδραν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, τὸν Μιστρᾶν.

(Οἱ μέχρι τώρα εἰδήσεις γιὰ τὸν κρυμμένο θησαυρὸ δὲν εἶναι εὐχάριστες. Ἂμμος καὶ νερὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνασκαφῶν. Ἀλλὰ οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς κυβέρνησης γιὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ θησαυροῦ, ἒστησαν μἰα καλύβα καὶ χώθηκαν μέσα, ἀλλὰ ἡ καλύβα εἶναι τόσο μικρὴ ποὺ κοιμοῦνται στριμωγμένοι σὰν σαρδέλες. Ἀκούστηκε ὃτι ἓνα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἀρρώστησε ἀπὸ τὶς ἂσχημες συνθῆκες γιατὶ ὁ θησαυρὸς δὲν βρίσκεται στὴν καινούργια πόλη τῆς Σπάρτης, ἀλλὰ στὸ Μιστρά…)

*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1591, 06.05.1849
Ὁ ἐνταῦθα πληρεξούσιος τῆς γαλλικῆς δημοκρατίας κύριος Τουβενέλ, ὅστις εἶχε προλάβει τὴν σταλεῖσαν εἰς Σπάρτην ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξόρυξιν τοῦ πολυθρυλλήτου θησαυροῦ, ἐπέστρεψεν ὄχι τόσον εὐχάριστος εἰς τὴν πόλιν μας, ἀλλ’ οὔτε μὲ εὐχαρίστους εἰδήσεις. Τὸν θησαυρὸν τοῦτον φαίνεται ὅτι εἶδον τινὲς εἰς τὸν ὕπνον των, καὶ σήμερον νομίζοντες ἑαυτοὺς ἐγρηγορότας τὸν ἀναζητοῦν, ἀλλὰ παντοῦ παλαίουν μὲ τὴν σκιάν.
Ἐν τοσούτῳ τὰ πλειότερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἠσθένησαν, διότι, φαίνεται, καταστενοχωροῦνται πολύ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν καταναθεματίζουν καὶ τὸν θησαυρὸν καὶ τοὺς ὀνειρευομένους αὐτόν. Τέλος πάντων, ἀφοῦ πλέον ἀπελπίσθησαν ὅτι θέλουν εὕρει τὸν θησαυρὸν τοῦτον εἰς τὸ μέρος τὸ ὁποῖον τοὺς ἐσημείωσεν ἡ Ἀράπισσα, τώρα σκάπτουν, λέγουν, ὑποκάτω ἑνὸς μικροῦ ποταμοῦ, τρέχοντος εἰς τὴν πόλιν• καὶ δὲν εἶναι παράδοξον νὰ κατασκευάσουν ὑπ’ αὐτὸν νέαν ὑπόγειον ὁδόν, ὡς τὸ Τουνὲλ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διὰ νὰ μὴν εὑρίσκεται τοιοῦτο μεγαλούργημα εἰς μόνον τὸν τόπον ἐκεῖνον.

(Ὁ πληρεξούσιος τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας συνάντησε τὴν ἐπιτροπὴ ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀνεύρεση τοῦ θησαυροῦ καὶ ἒφερε νέες εἰδήσεις. Τὸ θησαυρὸ αὐτὸ, φαίνεται ὃτι κάποιος τὸν εἶδε στὸν ὓπνο του καὶ ἒτσι ἂρχισε ἡ ἀναζήτηση. Τὰ περισσότερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀρρώστησαν μάλλον ἀπὸ τὴ στεναχώρια τους καὶ ἀναθεματίζουν καὶ τὸν θησαυρὸ καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν ὀνειρεύονται. Καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ Ἀράπισσα ποὺ ὑποδεικνύει τὸ μέρος, σκάβουν τώρα κάτω ἀπὸ ἓνα μικρὸ ποτάμι καὶ ἀπ`ὃτι φαίνεται θὰ φτιάξουν καινούργιο ὑπόγειο δρόμο, ὃπως τὸ τοῦνελ στὴν Ἀγγλία…)

*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1592, 08.05.1849
Ἀπελπίσθημεν ἤδη καὶ ἀπὸ τοὺς θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἠλπίζαμεν νὰ εὕρωμεν κεκρυμμένους εἰς τὴν Σπάρτην, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐπρολήφθησαν τόσα προφυλακτικὰ μέσα, ὥστε πολλοστὸν μέρος ἂν ἐπρολαμβάνετο καὶ διὰ τὰς οὐσιώδεις ὑποθέσεις τοῦ κράτους, ἡμεῖς ἠθέλαμεν εἶσθαι εὐτυχεῖς. Λέγουν τινές, ὅτι ἂν εἰς ἄλλο μέρος δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα ἡ ἀνάγνωσις τοῦ συγγραφέντος ὑπὸ τοῦ Γάλλου Κ. Δουμᾶ μυθιστορήματος τοῦ Κόμητος Μόντε-Χρήστου, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως ἀνέδειξε φαντασιοκόπους, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἠμποροῦν νὰ εὕρουν πλειοτέρους παρὰ τοὺς θησαυροὺς τοῦ Σπάδα εἰς μίαν γωνίαν τῆς Πελοποννήσου.
Εἶναι περίεργον ὅμως, ἐνῷ ἡ κυβέρνησίς μας ἀφίνει νὰ κατασκορπίζωνται καὶ νὰ διαρπάζωνται ὑπὸ τῶν πονηρῶν οἱ ἀληθεῖς καὶ πραγματικοὶ θησαυροὶ τοῦ ἔθνους, ὡς παρατηρεῖ φρονίμως καὶ μία τῶν συναδελφῶν μας, ἐνασχολεῖται εἰς ὀνειροπολήσεις θησαυρῶν, μηδόλως προσέχουσα εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν γνωριζόντων τὸν τόπον φρονίμων, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ὠφεληθῇ οὐδ’ ἀπὸ τὰς γελοίας σκηνάς, τὰς ὁποίας, ἄλλοι προγενέστεροι φαντασιοκόποι, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πανοῦργοι, παρέστησαν κατὰ καιροὺς εἰς τὴν κοινωνίαν μας, πρὸς ἀνόρυξιν κεκρυμμένων ὑπὸ τῶν Τούρκων θησαυρῶν. Ἐν τοσούτῳ αὔριον περιμένεται τὸ ἀτμόπλοιον ἀπὸ τὴν Σπάρτην, τὸ ὁποῖον θέλει φέρει, βεβαίως, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τινὰ ἐκ τῶν ὁποίων κινδυνεύουν νὰ παραχωθοῦν εἰς τοὺς λάκκους, τοὺς ὁποίους πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν φανταστικῶν θησαυρῶν ἀνέσκαψαν.

(Ἀπελπίσθηκαν ἀπὸ τὶς ἂκαρπες προσπάθειες γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ θησαυροῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο πάρθηκαν τόσα προληπτικὰ μέτρα. Ἂν χειρίζονταν ἒτσι καὶ τὶς ὑποθέσεις τοῦ κράτους θὰ εἲμασταν εὐτυχεῖς…[…]… Πάντως τὸ περίεργο εἶναι πῶς ἐνῶ ἡ κυβέρνηση σκορπάει λεφτὰ γιὰ ὀνειροπολήσεις θησαυρῶν, ἀφήνει τοὺς πονηροὺς νὰ λυμαίνονται τοὺς πραγματικοὺ θησαυροὺς τοῦ ἒθνους. Καὶ δὲν εἶναιἡ πρώτη φορὰ ποὺ πονηροὶ κορόιδεψαν τὸν κόσμο γιὰ δῆθεν κρυμμένους τούρκικους θησαυρούς. Αὒριο θὰ ἒρθῃ τὸ ἀτμόπλοιο ἀπὸ τὴ Σπάρτη ποὺ θὰ φέρῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ποὺ πραγματικά, κινδύνεψαν νὰ παραχωθοῦν στοὺς λάκκους ποὺ ἒσκαψαν γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ θησαυροῦ…)


*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1594, 15.05.1849
Ἐπέστρεψε τέλος πάντων καὶ ἡ σταλεῖσα πρὸς ἀνόρυξιν τοῦ ἐν Σπάρτῃ θησαυροῦ ἐπιτροπή, καθὼς ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἀράπισσα, φαίνεται, εἶδε τὸν θησαυρὸν αὐτὸν κατ’ ὄναρ, ὁ δὲ Κύριος Ξένος ὀνειροπολεῖ ἔξυπνος, διότι καὶ μετὰ τὰς γενομένας ἀνασκαφὰς ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ἔμεινεν ἐκεῖ διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ εἰς ἄλλο μέρος ἄλλας νεωτέρας ἀνασκαφάς• τόσην πεποίθησιν ἔχει ὁ κύριος Ξένος εἰς τὰ λεγόμενα παραμύθια περὶ τοῦ θησαυροῦ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν πείση τις, ὅτι ἔξυπνος ὀνειροπολεῖ. Ἀλλ’ ἡ γυνὴ τοῦ κρύψαντος τὸν θησαυρόν, κατὰ τὴν ἀράπισσαν, ἔμεινε καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασίν μας εἰς Σπάρτην, ὅπου καὶ ἔζησεν ἱκανὰ ἔτη δυστυχής• ἂν λοιπὸν ἤξευρεν αὐτή, ὅτι ὁ ἀνήρ της εἶχε θησαυρὸν κεκρυμμένον, δὲν ἤθελε τὸν ἀνορύξει, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν πενίαν της; Λυπούμεθα διὰ τὰ περιπλέον ἔξοδα τὰ ὁποῖα ὁ φίλος μας Ξ. θέλει κάμει, στηριζόμενος εἰς ὀνειροπολήματα. Ἐν τοσούτῳ πῶς ἐξῆλθε, παρακαλοῦμεν, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πλοίου χωρὶς νὰ φυλάξῃ τὰς ὁδηγίας τοῦ περινουστάτου Βούλγαρη; Κατ’ αὐτάς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐχρεώστει ἅμα φθάσῃ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς νὰ προσκαλέσῃ τὸν ὑπουργόν, καὶ συντροφευμένη μετ’ αὐτοῦ καὶ ἑνὸς λόχου νὰ ἀναβῇ εἰς Ἀθήνας. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐφύλαξε τὰς ὁδηγίας της, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκαθίσταται ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου Βούλγαρη.

(Ἐπέστρεψε τελικὰ ἡ ἐπιτροπὴ ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα γιὰ τὴν εὒρεση τοῦ θησαυροῦ στὴ Σπάρτη. Μία ἀράπισσα εἶδε τὴν ὓπαρξη τοῦ θησαυροῦ σὲ ὂνειρό της. Ὁ κύριος Ξένος ἒμεινε πίσω γιὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ σὲ ἂλλο μέρος νέες ἀνασκαφές. Τόσο πολὺ πιστεύει στὴν ὓπαρξη τοῦ θησαυροῦ. Ἀλλὰ ὃπως λέει ἡ ἀράπισσα, ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἒκρυψε τὸ θησαυρό, ἒμεινε στὴν Σπάρτη μετὰ τὴν ἐπανάσταση (1821), ὃπου ἒζησε φτωχικά. Ἂν ἢξερε γιὰ τὸ θησαυρὸ τοῦ ἂνδρα της δὲν θὰ τὸν ἒβγαζε γιὰ νὰ ζήσῃ καλλίτερα; Ὁ κ. Ξένος θέλει νὰ κάνῃ περισσότερα ἒξοδα στηριζόμενος σὲ ὀνειροπολήματα…[…]…)

*ΑΘΗΝΑ, Ἀρ. φύλ. 1654, 02.02.1850
Ἡ ἐκ νέου σταλεῖσα ἐπὶ τῆς ἀνορύξεως τοῦ ἐν Σπάρτῃ κεκρυμμένου θησαυροῦ, κατὰ τοὺς λόγους μιᾶς ἀραπίσσης τελευτησάσης πρὸ πολλοῦ, ἀφ’ οὗ ἀνώρυξε καὶ ἀνέσκαψεν, ὄχι μόνον τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἐκείνη ἔλεγεν ὅτι ἐκρύπτετο ὁ θησαυρός, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ περὶ αὐτὸ καὶ δὲν εὗρε τίποτ’ ἄλλο πλὴν πετρῶν, ἀπεφάσισε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας• ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχε μάθει τὸν ἀποκλεισμόν μας ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου ἀπεφάσισε νὰ ἔλθῃ διὰ ξηρᾶς. Ἐρχομένη δὲ εἰς Ναυπλίαν συνελήφθη εἰς τὸ γεφύρι τοῦ γύρου, μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Ἄργους, καὶ ἐξεγυμνώθη ὑπὸ λῃστρικῆς συμμορίας, καὶ τοιουτοτρόπως, ὥστε δὲν ἄφησεν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης οὐδ’ ὀβολὸν οὐδὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ὅσα πράγματα εἶχον μαζῆ των. Ὅθεν οἱ ἀπεσταλμένοι διὰ νὰ μᾶς πλουτίσουν ἐπανῆλθον ὑπέρου γυμνότεροι.

(Ἡ ἐκ νέου σταλμένη ἐπιτροπή, γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ κρυμμένου θησαυροῦ ποὺ ὑπέδειξε μιὰ ἀράπισσα, ἒσκαψε ὂχι μόνο τὰ μέρη ποὺ ὑπέδειξε ὃτι κρύβεται ὁ θησαυρὸς ἀλλὰ καὶ ὃλα τὰ μέρη τριγύρω καὶ τὸ μόνο ποὺ βρῆκε ἦταν πέτρες. Ἒτσι ἀποφάσισε νὰ γυρίσῃ στὴν Ἀθῆνα. Ἐπειδὴ ὃμως ἡ πόλη εἶχε ἀποκλεισθεί ἀπὸ τὸν ἀγγλικὸ στόλο, ἀποφάσισαν νὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ ξηρᾶς. Σὲ γεφύρι ὃμως μεταξὺ Τρίπολης καὶ Ἂργους ληστεύθηκαν ἀπὸ συμμορία καὶ δὲν τοὺς ἀφησαν τίποτα.Ἒτσι, αὐτοὶ ποὺ στάλθηκαν γιὰ νὰ μᾶς πλουτίσουν, γύρισαν «ξεβράκωτοι»…)  :-)

 Ἐφημερὶς ΑΘΗΝΑ ἐδῶ, ἐδῶ, ἐδῶ, καὶ ἐδῶ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου