Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Περιηγηταὶ ἐν Ἀθῆναις





   Εἶναι πλέον μιὰ ἐλεύθερη Ἀθήνα… Μετὰ τοὺς πρώτους περιηγητὲς ποὺ κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους μετέφεραν εἰκόνες μιᾶς θαυμαστῆς χώρας καὶ ἄρπαξαν ἔργα τῶν ἀρχαίων κατοίκων της, πλῆθος ταξιδιωτῶν τὴν ἐπισκέπτονται, νὰ θαυμάσουν ἀπὸ κοντᾶ τὸν τόπο ποὺ γέννησε τὸν πολιτισμό…
Οἱ ἐφημερίδες ἀφιερώνουν χῶρο γιὰ νὰ περιγράψουν τὶς ὀρδὲς τῶν πρώιμων τουριστῶν ποὺ κυριολεκτικὰ ἔτρεχαν γιὰ νὰ γνωρίσουν τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῶν προγόνων μας…


"Ἐφημερς τν Συζητήσεων, ἀρ. φύλ. 94, 26.02.1894 
Ο περιηγηταί. 
   Μακραὶ σειραὶ ἁμαξῶν, ἃς βλέπομεν κατὰ τὰς παρελάσεις τῶν γαμηλίων πομπῶν, ἐκόμιζον χθὲς ἐκ Πειραιῶς καραβάνια περιηγητῶν, ἐν οἷς πολλαὶ κυρίαι, γραῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἐπλημμύρουν τὰ ξενοδοχεῖα χθὲς ἐκτάκτως καὶ πολλοὶ δὲν εὕρισκον πλέον κλίνας. Ἡ Ἀκρόπολις ἐδέχετο μέχρι τῆς ἑσπέρας τὰς ἐπισκέψεις τῶν ξένων, καὶ τὰ ἄλλα ἀξιοθέατα μέρη. Ὅμιλοι περιηγητῶν εἶχον μεταβῆ εἰς τὰ τσαρουχάδικα καὶ μετ’ ἀπλήστου περιεργείας ἠγόραζον μικρὰ τσαρουχάκια, ἅπερ ἀνήρτων εἰς τὴν ἄκραν τῆς ράβδου των."



 
   Καὶ τότε, συνειδητοποιῦμε ὃτι δὲν εἲμαστε μόνοι μας… Ὃτι πρέπει νὰ καλλωπίσουμε τρόπους καὶ περιβάλλον…

"Ἐφημερς τν Συζητήσεων, ἀρ. φύλ. 93, 25.02.1894
Ἡ ἄφιξις τῶν περιηγητῶν ἐπιβάλλει ἡμῖν μερικὰς ὑποχρεώσεις. Ὅσῳ ὀλιγώτεραχάσματα καὶ ρυπαρίαι ἐν ταῖς ὁδοῖς, ὅσῳ ὀλιγώτερα ἀγριόφωνα ᾄσματα κατὰ τὰς νύκτας, ὅσῳ ὀλιγώτερα καταπλακώματα διαβατῶν ὑπὸ παραφόρων ἁμαξηλατῶν καὶ ὅσῳ πλειοτέρα προσήνεια αὐτῶν καὶ τῶν λεμβούχων, καὶ εὐσυνειδησία τῶν ξενοδόχων, τόσῳ πλειοτέρα τιμὴ καὶ ἐκτίμησις πρὸς τὴν σύγχρονην Ἑλλάδα, τὴν οὐδὲν ἄλλο ἔχουσαν νὰ παραθέσῃ εἰς τὴν ἐπιβάλλουσαν προγονικὴν εὔκλειαν ἢ ὀλίγην ἀξιοπρέπειαν, τάξιν καὶ εὐκοσμίαν."




 
   «Δι ν τος λκύ ρκε κρόπολις. Δι ν τος κρατομεν πρέπει ν φροντίσωμεν ο κατοικοντες ες τν σκιάν της…»  Σωστὸς ὁ ἀρθρογράφος…!

" Νέον Άστυ, αρ. φύλ. 842, 10.04.1904 
ΟΙ ΞΕΝΟΙ
   Οἱ ξένοι συρρέουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Δὲν βλέπει κανεὶς πουθενὰ πλέον παρὰ μακρὰς συνοδείας Ἄγγλων καὶ Ἀμερικανῶν κυρίως, τῶν ἀκουράστων ταξειδιωτῶν τοῦ κόσμου, ἁμάξας μὲ περιηγητάς, τὰ ξενοδοχεῖα ἀπησχολημένα καὶ κατειλημμένα μέχρι τῶν ὑπερῴων. Οἱ ξένοι ἔρχονται. Ἀλλὰ δὲν μένουν.
Ἡ Ἀκρόπολις, τὰ μουσεῖα, ὁ Κεραμεικός, εἶνε ζήτημα δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν δι’ ὅσους σπεύδουν καὶ δὲν ἔχουν τὴν ἰδιάζουσαν αἰσθητικὴν λεπτότητα, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ ν’ ἀπολαμβάνῃ τις ἄνευ κόρου τὴν ἄφατον ποίησιν τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὰς πρώτας αὐτὰς ἡμέρας τῆς ἀνοίξεως, ὅταν διαφανὴς μᾶς περιβάλλει ὁ ἀήρ, αἱ εὐωδίαι μεθύουν καὶ ὅλα μέσα εἰς τὴν δόξαν τῆς ἀναγεννωμένης φύσεως, εἶνε, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Παλαμᾶ μνημονευομένην ἀρχαίαν φράσιν, «κοῦφα καὶ ἱερά».
Οἱ πολλοὶ θὰ ἔμεναν, ἂν ὑπῆρχε κἄτι νεώτερον, συμπληρῶνον τὰ ἀρχαῖα. Ἂν αἱ Ἀθῆναι ἦσαν τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ὅ,τι εἶνε μεταξὺ Ἰανουαρίου καὶ Μαρτίου, πόλις κινήσεως, ζωηρότητος, πολυποικίλων διασκεδάσεων.
Ἐὰν θέλωμεν νὰ κρατήσωμεν τοὺς ξένους, ἐὰν θέλωμεν νὰ παγιώσωμεν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ἐξ αὐτῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὰς Ἀθήνας μεταβαλλομένας ὀλίγον εἰς Φλωρεντίαν, Ρώμην ἢ Βενετίαν, ἀνάγκη νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἐδῶ ἀθηναϊκὴν ἐποχήν, «σῆζον», ἡ ὁποία νὰ συγκρατῇ τοὺς ἐπισκέπτας καὶ νὰ κάμνῃ τὰς διαμονὰς μακρυτέρας.
Θέατρα, ἀγῶνες, συναυλίαι, θεάματα, κοσμικαὶ συναθροίσεις ἔπρεπε νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τῆς μεγάλης συρροῆς τῶν ξένων.
Δι ν τος λκύ ρκε κρόπολις. Δι ν τος κρατομεν πρέπει ν φροντίσωμεν ο κατοικοντες ες τν σκιάν της."





"Ἐφημερς τν Συζητήσεων, ἀρ. φύλ. 95, 27.02.1894  
ΠΕΡΙΗΓΗΤΑΙ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ    
Χθὲς τὸ πρωῒ ἀπὸ τῆς 6ης ὥρας δύο σειραὶ ἁμαξῶν περιέβαλλον τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἐντὸς αἱ περιεργότεραι φυσιογνωμίαι καὶ αἱ ἰδιορρυθμότεραι ἀμφιέσεις, ἀκούονται ὅλαι αἱ γλῶσσαι τοῦ κόσμου, καὶ ὅταν ἐξεκίνησε τὸ καραβάνιον ἐκεῖνο, ἔδιδε τὴν εἰκόνα μεταναστεύσεως τῶν ἰδρυτῶν τοῦ Πύργου τῆς Βαβέλ.Οἱ ἀνθοπῶλαι οἱ μικροὶ κατεδίωκον τοὺς ἁμαξοδρομοῦντας. Εἷς μικρὸς ἠκούσθη κραυγάζων·— Μπάρμπα-μιλόρδε, πάρε κι’ ἀπὸ μένα.
Οἱ ἁμαξηλάται προσεπάθουν πρὸ παντὸς νὰ λείπουν οἱ διερμηνεῖς, διότι τοὺς θεωροῦν ὡς περιττὸν καὶ ἐπικίνδυνον συμπλήρωμα τῶν ὁδηγῶν τοῦ Βέτεκερ. Αὐτοὶ γνωρίζουν τὰς διατιμήσεις τῶν ἀγωγίων καὶ δὲν θὰ συνέβαινε ποτέ, ὡς συνέβη, εἷς ἁμαξηλάτης νὰ πληρωθῇ μὲ 40 χρυσὰ φράγκα ἀγώγιον πέντε ὡρῶν.Οἱ περιηγηταὶ περιῆλθον πλὴν τῶν μουσείων καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιοθεάτων μερῶν καὶ ὅλας τὰς συνοικίας τῆς πόλεως. Τὸ τελευταῖον ὀφείλεται εἰς νέον δρομολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐχάραξαν οἱ ἁμαξηλάται, διὰ νὰ μεγαλώνουν αἱ ἀποστάσεις καὶ ἑπομένως τὰ ἀγώγια. Εἰς τέσσαρας περιηγητάς, διὰ νὰ μεταβῶσιν ἐφ’ ἁμάξης ἀπὸ τῆς Ἀκαδημίας εἰς τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων Κεντρικὸν Μουσεῖον, ἐστοίχισεν ἀπώλεια χρόνου μιᾶς ὥρας. Τὸ δρομολόγιον κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου ἁμαξηλάτου εἶχε χαραχθῆ διὰ Βατραχονησίου.
Ἡ ἀστυνομία ἐγνώριζε ταῦτα ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἁμαξηλάτας, ὅπως πληρωθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως. Ὑπολογίζεται, ὅτι οἱ ἁμαξηλάται τῶν Ἀθηνῶν ἐκέρδισαν ἐν ὅλῳ χθὲς τρισχιλίας περίπου δραχμάς.Καὶ τὴν συνεδριάζουσαν χθὲς Βουλὴν κατέκλυσαν οἱ περιηγηταί. Τὸ θεωρεῖον τῶν ὑπερεπληρώθη τόσον ὑπὸ κυριῶν ὅσῳ καὶ ὑπὸ κυρίων μετὰ περιεργείας παρακολουθούντων τὴν συνεδρίασιν.Τὴν προσοχήν των ἐντὸς προεκάλουν οἱ φέροντες φουστανέλλαν βουλευταί.Τούτοις διῃώνισαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ λευκώματά των, ἀσχοληθέντες καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς παραμονῆς αὐτῶν ἐν τῷ θεωρείῳ τῶν δημοσιογράφων πρὸς ζωγράφισίν των.
Τὰ ξενοδοχεῖα, ἰδίως τὰ ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, ἐτέλουν ἀληθινὴν πανήγυριν. Κίνησις ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθυτάτης νυκτός. Οἱ περιηγηταὶ ἀπεκόμισαν ὀλίγας βεβαίως ἐντυπώσεις, διότι, μόλις ἐπεσκέπτοντο ἓν μέρος καὶ ἔσπευδον νὰ ἀναχωρήσωσι, πολλὴν σκόνιν, πολλὰ ζεύγη τσαρουχίων, ὀλίγας κάππας, καὶ κατέλιπον εἰς τὰς Ἀθήνας ἀναμνήσεις ἰδιορρυθμίας καὶ κυκλοφορίας χρυσῶν νομισμάτων."




 
Ἒπ! Τὸ νοῦ σας! Πέτρες!

"Νέον Ἂστυ, ἀρ. φύλ. 1211, 20.04.1905 
Ο ΠΕΤΡΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ 
   Ἀφο δν χομεν θέατρα κα πάρκα κα νερ κα θεάματα δι ν προσελκύσωμεν τος ξένους, τν μεγάλην ατν πηγν πλούτου δι τν πρωτεύουσαν, τολάχιστον ς μ δημιουργμεν λόγους κα φορμς ν τος πομακρύνωμεν. πρεπε ν παρατηρήσετε τί γίνετο χθς π τν κρόπολιν κα ες τος πέριξ το Σταδίου λόφους. Πετροπόλεμος γριος, μ πιτρέπων ες τος ξένους ν πλησιάσουν κν τ Στάδιον κα τ μνημεον το Φιλοπάππου κα τ Διονυσιακν Θέατρον. Ες μάλιστα γγλος, θελήσας π το ρδηττο ν θαυμάσ τ καλλιμάρμαρον Στάδιον, δέχθη ες τν κρόταφον μίαν πέτραν κα παρ’ λίγον νθρωπος ν πέσ νεκρός. Νομίζομεν, τι στυνομία πρέπει δι παντς μέσου ν ξοντώσ ατν τν παίσιον πετροπόλεμον κα ν καταστήσ τος ρχαιολογικος τόπους κα τ ξιοθέατα τν προαστείων μας μέρη προσιτ ες λον τν κόσμον, ξασφαλίζουσα πρωτίστως τς κεφαλς τν ξένων π τν πετροπόλεμον."




 
   «Ἡ καλλονὴ τοῦ Νέου Κόσμου ᾐσθάνθη ἁπλῶς τὴν ἀνάγκην νὰ ἴδῃ τὴν καλλονὴν τοῦ Παλαιοῦ…»

 "Νέον Ἂστυ, ἀρ. φύλ. 1145, 11.02.1905 
ΩΡΑΙΑΙ ΞΕΝΑΙ 
   Οἱ κύκλοι τῶν ὡραίων γυναικῶν καὶ τῶν ὡραιοφίλων ἀνδρῶν ᾐσθάνθησαν κἄποιους κλονισμοὺς ὅταν ἀργά, πολὺ ἀργὰ ἔμαθον ὅτι ὁ «Ἀραβικὸς» εἶχε φέρει μεταξὺ τῶν ξένων του καὶ μερικὰς ὡραίας.
Ἡ συγκίνησις εἶναι δικαιολογημένη. Δὲν εἴμεθα φεῦ! συνειθισμένοι εἰς ἐπισκέψεις ὡραίων καὶ τὰ καραβάνια τὰ ὁποῖα σταχυολογοῦν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου αἱ εὐκολίαι τοῦ Κούκ, καταρτίζονται μὲ τόσην βίαν, τόσην ταχύτητα καὶ τόσην ἀφέλειαν, ὥστε ἀδύνατον μέσα εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἰδιότητας νὰ τρυπώσῃ ἡ ἄνεσις τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἕνα ἁβρὸν πρόσωπον καὶ ἡ ἡσυχία ποὺ χρειάζεται ἀπαραιτήτως διὰ τὴν κομψότητα.
Νομίζει κανεὶς ὅτι ἡ βία καὶ ἡ ἀφέλεια τῶν ταξειδίων αὐτῶν μεταδίδονται καὶ βλάπτουν καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅλα εἰς αὐτὰς τὰς ἐκδρομὰς εἶνε κανονισμένα μὲ τὸ κουδούνι. Τὸ ἀτμόπλοιον φθάνει εἰς ἕνα λιμένα. Πρέπει οἱ ἐπιβάται νὰ ἐξέλθουν μὲ τὸ κουδούνι, νὰ θαυμάσουν μὲ τὸ κουδούνι, νὰ φάγουν μὲ τὸ κουδούνι.
Ἄνθρωπος ἔχων τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶνε ὡραῖος δρέψας εἰς τὸν βίον του μερικοὺς θαυμασμοὺς εἶνε ἀδύνατον νὰ ὑποταχθῇ εἰς αὐτὴν τὴν δουλείαν τοῦ ἠλεκτρικοῦ κώδωνος. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὡραία γυναῖκα, ὅταν δὲν κάμῃ τοὺς ἄλλους νὰ τὴν περιμένουν ὀλίγον; Καὶ πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ περάσῃ εἰς τοὺς δρόμους μία κομψὴ σιλουέττα, ὅταν ὁ Κοὺκ μὲ δύο κουδούνια τὴν εἰδοποιῇ ὅτι ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της πέντε λεπτὰ διὰ νὰ ἐνδυθῇ;
***

   Καὶ συνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν τοὺς ξένους μας βιαστικούς, τρέχοντας, σκαρφαλώνοντας ἐπάνω εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εὑρισκομένους ἔπειτα ἀπὸ πέντε λεπτὰ εἰς τὸ Μουσεῖον, ἁρπάζοντας τὰ ἄνθη τῶν ἀνθοπωλῶν καὶ πετῶντας ἕνα σελλήνι ἐνῷ ἡ ἅμαξα τρέχει.
Περισσότερον ἀπὸ ὅλα τοὺς συνειθίσαμεν ἀφελῶς χωμένους μέσα εἰς πλατύτατα ἐνδύματα, τὰς κυρίας τυλιγμένας εἰς ἕνα μακρὺ ἐπανωφόρι, στοιβαζομένους ἀνὰ πέντε εἰς τὸ ἁμάξι, ὁμιλοῦντας καὶ χειρονομοῦντας ὅλους μαζῆ διὰ νὰ κάμουν ἴσως γρηγορώτερα.
Διὰ ν’ ἀνακαλυφθῇ ὡραιότης ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους εἶνε κατόρθωμα. Ἀλλὰ εἶνε καὶ ἀναξιοπρέπεια. Πῶς νὰ ἀνακαλύψετε αἴφνης τὰ ὡραῖα μαῦρα μάτια μέσα ἀπὸ ἕνα πυκνὸν κυανοῦν πέπλον καὶ τὴν κομψὴν ὀσφὺν μέσα ἀπὸ τὸ ἀκομψότατον ἐπανωφόρι; Καὶ ἔπειτα πῶς νὰ εὕρετε μίαν ὡραίαν στάσιν εἰς κυρίας αἱ ὁποῖαι κάθονται ἓξ μαζῆ εἰς ἕνα ἁμάξι;
Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ τέλους ἐτρυπήσατε τὸ πέπλον καὶ ἐβυθίσατε τὸ μάτι περίεργον ἀπὸ τὰς πτυχὰς τοῦ ἐπανωφορίου, ἐπιτρέπει ἡ ἀξιοπρέπεια θαυμασμοὺς ἀπέναντι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται βυθισμένοι εἰς ἐπανωφόρια καὶ θωρακισμένοι μὲ βέλο;
Καὶ ἐπεκράτησεν οἱ ξένοι μας ἁπλῶς νὰ μᾶς εὑρίσκουν περιέργους, νὰ παρατασσώμεθα κάποτε σιωπηλοὶ κατὰ τὴν διάβασιν τῶν ἁμαξῶν των, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ μᾶς ἀφήνουν ἀσυγκινήτους, ἀδιαφόρους, προκατειλημμένους ἐναντίον τῶν θελγήτρων των.
Αὐτὴ ἦτο ἡ παράδοσις.Ἰδοὺ ὅτι τώρα ἀνεκαλύφθησαν καὶ ὡραῖαι ξέναι εἰς τὸ τελευταῖον καραβάνι. Μερικοὶ ποῦ εὑρέθησαν κατὰ τύχην εἰς τὴν Ἀκρόπολιν ὅταν οἱ περιηγηταὶ ὥρμησαν ἐπάνω εἰς τὸν ἱερὸν βράχον, ὁμολογοῦν, ὅτι εἶδαν κομψὰ ἀναστήματα καὶ κατατομὰς ὡραίας καὶ χρώματα δροσερά, ἄλλοι δὲ ζητήσαντες ὀλίγης ὥρας φιλοξενίαν εἰς τὸ κατάστρωμα τοῦ «Ἀραβικοῦ», ἔφεραν ἀπὸ ἐκεῖ τὴν φήμην ὀνομαστῶν καλλονῶν τοῦ νέου κόσμου καὶ τοῦ κόσμου τῶν παραδόξων βασιλείων.
Μία μὶς ταξειδεύει φέρουσα μαζῆ της τὸ βραβεῖον κἄποιου ἀγῶνος καλλονῆς γενομένου ἐκεῖ κάτω εἰς τὸ ἄλλο ἡμισφαίριον. Φαντασθῆτε μίαν ἀριστοῦχον τῶν Ἀμερικανικῶν καλλιστείων νὰ ἔρχεται ἐδῶ διὰ νὰ δρέψῃ θαυμασμούς. Ἡ μὶς τυλιγμένη εἰς τὸ ἐπανωφόρι τῆς μαμᾶς της, φοροῦσα εἰς τὴν κεφαλὴν ἓν εἶδος ψάθας, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν ἐφαίνετο ὅτι ἐκάθισαν ὅλοι οἱ ἐπιβάται τοῦ «Ἀραβικοῦ» καὶ μὲ σκεπασμένον τὸ πρόσωπον δι’ ἀδιαπεράστου πέπλου χρώματος μελιτζάνας, ἐπῆγε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ Μουσεῖον καὶ εἶδε τὸν Ἔφηβον. Ἡ καλλονὴ τοῦ Νέου Κόσμου ᾐσθάνθη ἁπλῶς τὴν ἀνάγκην νὰ ἴδῃ τὴν καλλονὴν τοῦ Παλαιοῦ. Ὅταν τὴν εἶδε, ἀνέβη εἰς τὸ ἁμάξι καὶ ἔφυγε. Μερικοὶ κατοπτεύοντες τὴν ἀνάβασιν αὐτὴν εἰς τὴν ἅμαξαν, εἶδαν τὴν ἀριστοῦχον Ἀμερικανίδα προτείνουσαν πόδι, τὸ ὁποῖον ἔπλεεν μέσα εἰς ὑψηλὸν ὑπόδημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μόνον ἔλειπαν τὰ σπηρούνια.
Τώρα ποῦ ὁ «Ἀραβικὸς» εἶνε τόσον μακράν, τώρα μόνον ἐγνώσθη, ὅτι ὑπῆρχαν καὶ ὡραῖαι εἰς τὸ καραβάνι. Πάει λοιπὸν καὶ ἡ παράδοσις τῶν ἀσχήμων περιηγητριῶν. Τί κρῖμα!"

Οἱ ἐφημερίδες εἶναι ἀπὸ τὸ invenio.lib.auth.gr 
Οἱ φωτογραφίες ἀπὸ skyscrapercity.com

1 σχόλιο: