Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Χρόνια ὁλόκληρα ἤμουνα στρατιώτης...




    Στὶς παραμονὲς τοῦ Μεγάλου Πολέμου (Α΄ Π.Π), ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Εὐρώπη νὰ ἔχῃ διαιρεθῇ σὲ δύο μεγάλα στρατόπεδα: Στὴν Συνεννόηση (Entente) ὅπου συμμετεῖχε ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία καὶ στὴν συμμαχία τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων ὅπου συμμετεῖχε ἡ Γερμανία, ἡ Αὐστροουγγαρία καὶ ἡ Ἰταλία. Οἱ Μεγάλες Δυνάμεις ἀναζητοῦσαν ἀπεγνωσμένα συμμάχους μεταξὺ τῶν μικροτέρων κρατῶν, μὲ τὴ Γερμανία νὰ προσεταιρίζεται τὴ Βουλγαρία καὶ τὴν Τουρκία καὶ τὴν Ἀντᾶντ νὰ πιέζῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Σερβία. Ἡ Ἀγγλία μεσορανοῦσε διεθνῶς ἔχοντας ἀμέτρητες ἀποικίες σὲ ὅλες τὶς ἠπείρους. Ἡ Γερμανία διεκδικοῦσε τὸ δικό της μερίδιο στὶς ὑποανάπτυκτες χῶρες, στὸν ὀρυκτό τους πλοῦτο ἀλλὰ καὶ στὰ πετρέλαια τῆς Ἀνατολῆς.

    Ὁ Ἕλληνας πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπεδίωκε ἡ Ἑλλάδα νὰ σταθῇ στὸ πλευρὸ τῆς Ἀντᾶντ καὶ κυρίως στὸ πλευρὸ τῆς Μεγάλης Βρετανίας, τὴν ὁποία θεωροῦσε παγκόσμια δύναμη καὶ ἀπὸ τὴ συμμαχία αὐτὴ προσδοκοῦσε ὀφέλη καὶ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἔφταναν μέχρι τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Ἄρα ἀνῆκε στὴ φιλοπόλεμη μερίδα ἡ ὁποία ὑποστήριζε τὴν ἔξοδο τῆς Ἑλλάδος στὸν πόλεμο ὡς σύμμαχος τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως (Entente). Ὁ βασιλέας Κωνσταντῖνος, γαμπρός ἀπὸ ἀδελφὴ τοῦ Γερμανοῦ Κάιζερ Γουλιέλμου, ἐξ αἰτίας τῆς συγγενικῆς του σχέσης, ἀνῆκε στὴ φιλειρηνικὴ μερίδα καὶ ὑποστήριζε τὴν οὐδετερότητα τῆς χώρας σὲ περίπτωση διενέξεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων…

Ἡ Ἑλλάδα μοιράστηκε σὲ δύο στρατόπεδα. Βενιζελικοὶ ἐναντίον Βασιλικῶν...



  


Ἀφηγεῖται ὁ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ


«Ἤμουνα κληρωτὸς τὸ ΄14. Ὑπηρετοῦσα στὶς Σέρρες. Ἄμα τσακατίστηκε ὁ βασιλεῦς Κωνσταντῖνος μὲ τὸν Βενιζέλο, μᾶς λένε οἱ ἀξιωματικοί μας: «Θὰ πᾶμε στὴν Καβάλα».
Ξεκινήσαμε γιὰ τὴν Καβάλα μὲ τὰ πόδια. Οἱ Ἐγγλέζοι μᾶς βαροῦσαν ἀπὸ πάνω μὲ τ΄ἀεροπλάνα. Τάχα δὲν ἤξεραν πὼς ἤμασταν ἑλληνικὸς στρατός. Τρεῖς μέρες κάναμε νὰ φτάσουμε στὴν Καβάλα. Νηστεία. Τρεῖς μέρες τρώγαμε γαλέτα. Ἀπὸ κοντὰ μᾶς λέν «Θὰ πᾶμε στὴ Δράμα». Ξεκινήσαμε πάλι, νηστικοὶ καὶ κακορίζικοι. Ἄμα φτάσαμε ἐκεῖ, βράσαν φασόλια καὶ μᾶς δῶσαν. Ἕνα καζάνι μεγάλο ἦταν.
Θυμᾶμαι ἕνας στρατιώτης ἀπὸ τὴν Τσάρα, Μποῦγλα τονε λέγαν, ἔφαγε πολλὰ φασόλια κι ἔσκασε γιὰ σημάδι. Πέθανε. 
Ἐκεῖ στὴ Δράμα συνενοένται αὐτοὶ οἱ μεγάλοι, τὰ κέρατα οἱ ἀξιωματικοί, καὶ μᾶς λέν: «Τώρα, παιδιά, θὰ φύγουμε διαμέσου Κορυτσᾶς». Μᾶς βάλαν ἀποστολὲς στὴν ἀμαξοστοιχία κι ὕστερα ἀπὸ μεγάλο ταξείδι βρεθήκαμε στὴ Γερμανία. «Ἐδῶ παιδιά» μᾶς λέν, «θὰ περάσουμε καλά», καὶ μᾶς ἔδωσαν νὰ φᾶμε. Φάγαμε μακαρόνια. Ψωμὶ ντίπ. Ἄμα φάγαμε μᾶς λὲν οἱ ἀξιωματικοί: «Τώρα παιδιὰ θὰ πᾶμε μὲ βῆμα στὴν πόλη. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι περήφανος». Μᾶς εἶπαν τέτοια πολλὰ καὶ μᾶς βάλαν στὸ φιλότιμο.
Μπήκαμε στὴ γραμμή, μπροστὰ μουζικὲς καὶ ἴσια στὴν πόλη. Γκαίρλιτς τὴ λέγαν. Ἐκεῖ βρήκαμε καὶ ἄλλους στρατιῶτες (Πρόκειται γιὰ τοὺς 400 ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς 6.000 ἄντρες τοῦ 4ου Δ΄Σωματος Στρατοῦ, ποὺ παραδόθηκαν ἀπὸ τὸ διοικητή τους στοὺς Γερμανοβούλγαρους, τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1916). Εἶχαν ἔρθει μπροστύτερα μὲ ἄλλη ἀποστολή.
«Τί γένεται ἐδῶ, μωρὰ παιδιά;» ρωτᾶμε. Σφίχτε τὴν κοιλιά σας μ΄ἕνα λουρί», μᾶς λέν, «γιὰ νὰ βαστάξ΄τι». Ἐμεῖς ἀρχίσαμε νὰ φωνάζουμε τότε στοὺς ἀξιωματικοὺς μας: «Τί μᾶς φέρατε ἐδῶ;» «Σωπᾶστε», μᾶς λέγαν, «θὰ μᾶς δώσουν οἱ Γερμανοὶ νὰ φᾶμε». Μᾶς δῶσαν μιὰ κουραμάνα, πλιθὶ ἦταν. Οἱ Γερμανοὶ δὲ μᾶς χώνευαν. «Ἐδῶ δὲν ἔχουμε νὰ φᾶμε ἐμεῖς», λέγαν, «ἤρθατε κι ἐσεῖς…» 
Δυόμισι χρόνια μείναμε στὴ Γερμανία. Βλέπεις οἱ ἀξιωματικοὶ σκιάζονταν τὸν Βενιζέλο καὶ δὲ γύριζαν πίσω στὴν Ἑλλάδα.
Ἐμεῖς μὲ τὰ πολλὰ κάναμε στάση. «Πεθαίνουμε ἀπὸ τὴν πείνα», λέμε. «Τί χαλέβουμε ἐμεῖς στὴ Γερμανία;» Μᾶς ἀπόλυσαν ὄξω νὰ δουλεύουμε. Ἐγὼ ἔπιασα δουλειὰ σὲ ἕνα ἐργοστάσιο, τότες τὸ κτίζαν. Μ΄ἔριξαν στὰ χαντάκια νὰ περνάω τὰ ρούλια, τὰ κιούγκια ἀποῦ λέμε ἐμεῖς. Ἔπαιρνα δέκα μάρκα τὴν ἡμέρα. Ἔξι μῆνες ἔκατσα ἐκεῖ. Ὕστερα, μιὰ μέρα, μάθαμε πὼς οἱ ἀξιωματικοὶ κάναν πάλι χαρτιὰ μὲ τσὶ Γερμανοὶ γιὰ νὰ παραμείνει τὸ στράτευμα. Ἄμα τὸ μάθαμε αὐτό, ξεσηκωθήκαμε. Θέλαμε νὰ γυρίσουμε. Παίρνουν χαμπέρι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τί γίνεται καὶ λέν:» Παιδιά, θὰ σπάσουμε τὶς ἀποθῆκες νὰ πάρουμε ροῦχα καὶ τρόφιμα καὶ νὰ φύβγουμε».
Μαζευόμαστε, σπάζουμε τὴν ἀποθήκη, οἱ Γερμανοὶ μᾶς εἶδαν, ἀλλὰ δὲν κουνήθηκαν. Πήραμε ὅτι ἦνταν νὰ πάρουμε καὶ κόβουμε πέρα. Μὲ τὰ πόδια πάλι. Πηγαίναμε παρέες παρέες. Βρήκαμε ἕνα Γερμανό, τὸν πληρώσαμε καὶ μᾶς ὀδήγησε σ΄ἕνα σταθμό. Δὲν ξέραμε ποῦ βρισκόμασταν, μὰ ἐγὼ λέω πὼς θὰ ἤμασταν στὴν Αὐστρία. Ὁ σταθμὸς ἦταν κάργα Ἕλληνες στρατιῶτες. «Βγᾶλτε εἰσιτήριο», μᾶς λένε. Πληρώσαμε πενῆντα μάρκα γιὰ τὸ εἰσιτήριο. Ἄμα ἦρθε τὸ τραῖνο καὶ ὁ ἐπικεφαλὴς ἔμαθε πὼς βγάλαμε εἰσιτήριο, «Ἀντροπή», λέει, «αἰχμάλωτοι καὶ νὰ πληρώσουν εἰσιτήριο». Μᾶς ἔδωσαν πίσω τὰ λεφτά.

Τὸ τραῖνο αὐτὸ μᾶς ἔβγαλε στὴ Ρουμανία. «Παιδιά, πᾶτε μιὰ βόλτα», μᾶς λέει, «καὶ ἐλᾶτε πίσω». Μᾶς βάζουν ὕστερα σ΄ ἕνα καράβι, καὶ φτάσαμε σ΄ἕνα μέρος ποὺ τ΄ἀστόχησα τώρα πῶς τὸ λέγαν. Ἔπειτα πάλι δρόμο μὲ τὰ πόδια καὶ φτάσαμε στὴ Βάρνα, στὴ Βουλγαρία. Ἐκεῖ στὴ Βάρνα ἦταν Ἄγγλοι. Μᾶς λέει ἕνας Ἕλληνας ἐπιλοχίας: «Παιδιά, νὰ κατεβεῖτε στὴν παραλία, θὰ΄ρθῃ ἕνας τρανὸς στρατηγὸς νὰ τὸν ὑποδεχτοῦμε».
Γρήγορα γρήγορα ἐμεῖς ἀλλάζουμε, φτιάχνουμε καὶ ἕναν τσολιά, ὁ ἕνας τοῦ δάνεισε τσαρούχια, ὁ ἄλλος φέσι, σημαία καὶ πᾶμε. Πήγαμε κατὰ τετρᾶδες. Ἐκεῖ ἦταν Ἄγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι… Ἦταν και μαθήτριες. Μόλις εἶδαν τὸν Ἂγγλο στρατηγό, τὸν πῆραν στὸ τραγοῦδι. Μόλις πέρασε μπροστά μας ὁ στρατηγός, χράπ! ἐμεῖς τὸν χαιρετᾶμε. Εὐχαριστήθηκε αὐτός. 
Μόλις ἔφυγε ὁ στρατηγός, οἱ Βούλγαροι χύθηκαν ἀπάνω μας νὰ μᾶς πάρουν τὴ σημαία. Ὅπλα δὲ εἴχαμε. Βαρούσαμε μὲ τὰ χέρια. Ἔγινε χαμός. Σκορπίσαμε σαδῶ σακεῖ. Οἱ Βούλγαροι ξέραν ἑλληνικά, ἄκουγαν ὅ,τι λέγαμε καὶ μᾶς κυνηγοῦσαν. Ἐμεῖς ἀναγκαστήκαμε νὰ φτιάξουμε μαχαίρια καὶ τοὺς καρφώναμε μ΄αὐτά. Γινόταν μακελειὸ κάθε μέρα. Οἱ Ἄγγλοι, τὸ ἱππικό, μᾶς βλέπαν καὶ γελοῦσαν. Κάναν γοῦστο μὲ τὰ χάλια μας.





Κάθε μέρα κατεβαίναμε στὴν παραλία μπὰς καὶ βροῦμε καράβι νὰ φύβγουμε. Ἐρχόνταν καράβια, ξεφόρτωναν, ἔφευγαν, ἐμεῖς οἱ φουκαρᾶδες ἐκεῖ. Στὰ τελευταῖα μᾶς πῆραν. «Ἄντε, σώθηκαν οἱ ἀμαρτίες μας», εἴπαμε. Μὰ ποῦ. Βγήκαμε στὴν Κωνσταντινούπολη. Μαζεύτηκε κόσμος. Ρωτοῦσαν γιὰ τὰ παιδιά τους. Ἕλληνες ἦταν. Ἦρθαν γιατροί, μᾶς ἐξέτασαν κι ὕστερα μᾶς μπαρκάρουν σ΄ἕνα καράβι καὶ μᾶς πᾶνε στὴν Κρήτη στὸ Ἠράκλειο. Μᾶς εἶχαν γιὰ βασιλικοὺς βλέπεις. 
Ἐκεῖ χορτάσαμε. Φάγαμε. Τὸ μᾶρκο μᾶς τὸ περνοῦσαν ἔξι δεκᾶρες. Ἔξι μῆνες μᾶς εἶχαν στὴν Κρήτη. Ὕστερα μᾶς δῶσαν ἕνα μῆνα ἄδεια νὰ πᾶμε στὰ σπίτια μας. Ἦρθα στὸ χωριό. Πέρασαν οἱ μέρες, ἔληξε ἡ ἄδεια, μὰ ἐμεῖς κρυβόμασταν. Εἴχαμε μπιζερίσει νὰ ΄μαστε στρατιῶτες.
Τότες πλάκωσαν οἱ Κρητικοὶ καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ βγοῦμε, πιᾶσαν τὶς οἰκογένειές μας. Τάχαμ΄ πὼς ἤμασταν βασιλικοί. Ἐγὼ δὲν ἤμουνα βασιλικός, οὔτε ἤξερα ἀπὸ τέτοια, ἂν κρυβόμουνα ἦταν γιατὶ φοβόμουνα τὸ ξῦλο. 
Μὲ τὰ πολλὰ βγήκαμε. Μόλις μᾶς βλέπουν οἱ Κρητικοί, ἄρχισαν νὰ φωνάζουν: «Εἶστε λιποτᾶχτες». Φόβο ἐμεῖς. Σκιαζόμασταν μπᾶς καὶ μᾶς δείρουν. Ὅμως μπῆκε στὴ μέση ἕνας ἀξιωματικός Δασκαλόπουλο τονε λέγαν. Μόλις μᾶς εἶδε, «Καλῶς τὰ παιδιά», μᾶς λέει καὶ μᾶς κέρασε τσιγάρο. Ὕστερα περάσαμε ἀπὸ τὸ χωριὸ Πουλιάνα, μάζεψαν καὶ τοὺς ἄλλους στρατιῶτες καὶ φύγαμε. Μᾶς πῆγαν στὶς Σέρρες. 
Χρόνια ὁλόκληρα ἤμουνα στρατιώτης. Ἀφοὺ ἄμα μὲ ρωτοῦσαν «Τί δουλειὰ κάνεις;», ἀπαντοῦσα «Στρατιώτης». Εἶχα ξεχάσει πὼς ἤμουνα ἀγρότης…»





-Ἡ ἀφήγηση τοῦ Γεωργίου Σταμούλη εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΦΩΝΕΣ, μαρτυρίες Θεσσαλῶν γιὰ τὸν 20ο αἰῶνα», Μαρούλα Κλιάφα, ἐκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, β΄ἒκδοση, 2001.
Φωτογραφίες 

2 σχόλια:

  1. Ο αφηγητής ονομάζεται Γ. Σταμούλης.
    Έχει κάποια σχέση με το τραγούδι «ο Σταμούλης ο λοχίας» του Γιάννη Καλαντζή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δὲν νομίζω... Δὲν ταιριάζουν οἱ ἡμερομηνίες καὶ τὸ μικρὸ ὂνομα... Οἱ στίχοι τοῦ Πυθαγόρα ἀναφέρονται στὸν 2ο Παγκόσμιο.
    Πληροφορίες γιὰ τὸν Σταμούλη τοῦ Πυθαγόρα: http://katoynanews.blogspot.gr/2012/01/blog-post_03.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή