Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ὁ Πουκεβὶλ στὴν Ἢπειρο...

Τμῆμα ἀπὸ χάρτη Ἑλλάδος τοῦ Pouqueville, 1820


     Ἦταν 15 Μαΐου τοῦ 1806, ὅταν κατέβηκα γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Δελβινάκι. Μέχρι τότε δὲν εἶχα δεῖ στὴν Ἢπειρο παρὰ μόνο πόλεις καὶ χωριὰ χτισμένα σὲ μέρη ἀπόκρημνα καὶ πολλὰ ἀπ΄ αὐτὰ σκαρφαλωμένα στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν σὰν ἀετοφωλιές. Βρῆκα ἕνα ἀπ΄ αὐτὰ τὰ χωριὰ στὸ βάθος μιὰς χούνης καὶ κρυμμένο μέσα σ΄ἕνα βαθούλωμα, κλεισμένο ὁλόγυρα ἀπὸ βράχους, ποῦ ἒμοιαζαν σὰν νὰ θέλουν νὰ τὸ κρύψουν ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ταξιδιωτῶν. Οἱ κάτοικοί του γιόρταζαν. Εἶχαν πανηγύρι. 


     Τὴ γιορτὴ αὐτὴ θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ τὴ συναντήσῃ, ἀκριβῶς τὴν ἴδια καὶ στὶς γιορτὲς τῆς μυθολογικῆς Ῥέας, στοὺς ἀρχαίους χρόνους. Πανηγύριζαν μαζὶ οἱ καλλιεργητὲς τῆς γῆς καὶ οἱ βοσκοὶ τῆς Θεσπρωτίας. Στὸ χορὸ ἦταν πιασμένες οἱ πιὸ ὄμορφες γυναῖκες τῆς Ἠπείρου. Ντυμένες ὅλες μὲ ἕνα χοντρὸ λευκὸ μάλλινο ῥοῦχο, κρατοῦσαν τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ τὸν λαιμό τους τὸν εἶχαν σκεπασμένο μ΄ ἓνα μάλλινο κίτρινο σάλι, ἀνάλαφρο σὰν τὸ πέπλο τῆς αὐγῆς. Οἱ δίπλες τοῦ χοροῦ γέμιζαν ὁλόκληρη τὴν κεντρικὴ πλατεία. 

     Σ΄ ἕνα ἄλλο μέρος πιὸ πέρα ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ νέοι τοῦ χωριοῦ, στολισμένοι μὲ μύρτα καὶ λουλούδια ῥοδιᾶς καὶ χωρισμένοι σὲ χωρωδίες. Οἱ γέροντες, καθισμένοι γύρω γύρω ἀπὸ τοὺς νέους καὶ τὶς νέες ποὺ διασκέδαζαν, ἔμοιαζαν νὰ δίνουν ἓνα ἰδιαίτερο βάρος στὴ γιορτὴ καὶ νὰ κυριαρχοῦν μὲ τὴ σοβαρότητά τους. 
Ἡ ὅλη εἰκόνα ἔμοιαζε μὲ τοὺς ἀρχαίους πανηγυρισμούς, στοὺς ὁποίους ἡ εὐτυχισμένη Ἑλλάδα, μητέρα τῶν διασκεδάσεων καὶ τῶν ἀπολαύσεων, στεφάνωνε τὰ παιδιά της κάτω ἀπὸ τὶς ἐπευφημίες τοὺ πλήθους ποὺ συγκεντρώνονταν σ΄ αὐτὲς τὶς γιορτές.

     Μόλις κατέβηκα ἀπὸ τὸ ἄλογο, πῆγα νὰ πάρῳ καὶ ἐγὼ μέρος σὲ αὐτὴ τὴν εὐθυμία. Οἱ Γέροντες μὲ δέχτηκαν φιλικὰ καὶ μοῦ πρόσφεραν μία θέση δίπλα τους. Εἶχα ἀφήσει τοὺς Τούρκους συνοδούς μου στὸ κατάλυμα μὲ ἐντολὴ νὰ μὴ βγοῦν ἀπὸ ΄κεῖ. Ἡ ἐνέργειά μου αὐτή, ἐκτιμήθηκε ἀνάλογα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ἰκανοποιημένοι μοῦ ἐπιδαψίλεψαν (παρεῖχαν πλουσιοπάροχα) ἰδιαίτερες περιποιήσεις καὶ τιμές, ποὺ χωρὶς αὐτὴ τὴ χειρονομία δὲν θὰ εἶχα κερδίσῃ.


     Ἔνιωθα πολὺ ὄμορφα ἀνάμεσα σ΄ αὐτοὺς τοὺς καλοὺς Θεσπρωτοὺς καὶ, γιὰ μιὰ στιγμή, νόμισα πὼς βρίσκομαι ἀνάμεσα στοὺς συμπατριῶτες μου στὴ Γαλλία, ὅπως τοὺς εἶχα γνωρίσει στὰ νεανικά μου χρόνια, ὅταν ἡ Γαλλία ζοῦσε ἀκόμα στὴν ἁγνότητα τῶν εὐγενικῶν καὶ χαρούμενων ἐθίμων της. Ὅταν φάνηκαν τὰ πρῶτα ἄστρα στὸν οὐρανό, ἄναψαν φανοὺς ἀπὸ δαδὶ καὶ ξέσπασαν οἱ παράφωνες φωνὲς τῶν ἀνδρῶν, ποὺ ἐναλλάσσονταν μὲ ΄κεῖνες τῶν γυναικῶν. Ἔψαλλαν τὴ δόξα τῶν παλιῶν χριστιανῶν βασιλέων τους, ποὺ ἀγαποῦσαν τοὺς λαούς τους. Τραγούδησαν τὴν εὐφορία τῆς εἰρήνης. 

     Ἔκαναν ὡραιότατες φιγοῦρες καθῶς χόρευαν τοὺς δικούς τους χοροὺς καὶ ἄρχισαν νὰ ταχτοποιοῦνται καὶ νὰ παίρνουν θέση γιὰ νὰ χορέψουν τὸν ἀρχαιοελληνικὸ χορό, τὸν πυρρίχιο, ὅταν ξαφνικὰ σταμάτησαν μὲ τὸ σινιάλο ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὰ σήμαντρα. Τὰ βλέμματα ὃλων στράφηκαν πρὸς τὴν πλευρὰ ἀπ΄ ὅπου ἀκούστηκε ὁ ἧχος. Σὲ λίγο διακρίνουμε μιὰ μακριὰ φάλαγγα ποὺ κατέβαινε ἀπ΄ τὸ βουνό. Μπροστὰ πορεύονταν δαδουχοφόροι, ποὺ κρατοῦσαν ἀναμένες μεγάλες δάδες ἀπὸ πεῦκο καὶ ἄλλοι, ποὺ κρατοῦσαν σημαῖες.


Ὅλοι ἐκεῖ ἔκαμαν ἡσυχία μόλις ἀκούστηκαν ἀπὸ μακριὰ τὰ ἐπιθαλάμια τραγούδια: 

«Παντρεύεσαι», ἔλεγαν οἱ κορυφαῖες τῆς ποιμενικῆς αὐτῆς σκηνῆς, 
«τὸ γιὸ τοῦ βασιλιά», 
«εἶσαι βασίλισσα τοῦ χωριοῦ, ὡραία τῶν ὡραίων», 
«Χῶ, Χῶ!». 

     Καὶ τὰ ντόπια μουσικὰ ὄργανα ἐκτελοῦσαν τὴν ἐπωδὸ αὐτοῦ τοῦ δίστιχου, ποὺ καλύπτονταν ἀπὸ χιλιάδες καὶ χιλιάδες «Χῶ!! Χῶ!», ποὺ ἐπαναλάμβαναν ὅλοι οἱ πορευόμενοι.




     Ὅταν ἡ πομπὴ ἔφτασε στὴ δημόσια πλατεία, τὸ πλῆθος ἔκαμε χῶρο νὰ περάσουν οἱ νῦφες, ποὺ ἐμφανίστηκαν μὲ τὰ μαλλιά τους πλεγμένα μὲ χρυσὲς κλωστὲς καὶ τὸ κεφάλι τους καλυμμένο μὲ πέπλο ἀπὸ πορφύρα. Μπροστὰ ἀπ΄ αὐτὲς τὶς νῦφες, πορεύονταν παιδιά, ποὺ κρατοῦσαν πάνω σ΄ ἓνα τετράγωνο μαξιλάρι τὰ στέφανα τοῦ γάμου, ποὺ προορίζονταν, ἀλλοίμονο, νὰ στεφανώσουν ἀκόμα μιὰ φορὰ τὰ μετωπά τους, τὴν ἡμέρα τῆς κηδεῖας τους (Ὅταν οἱ σύζυγοι πέθαιναν χωρὶς νὰ ἒχουν διαλύσῃ τὸ γάμο, τοὺς στόλιζαν τὴ μέρα τῆς ταφῆς τους μὲ τὰ στέφανα τοῦ γάμου).


     Προχώρησαν, ὡραῖες καὶ σεμνές, ἀληθινὲς προσωποποιήσεις τῆς αἰδοῦς, μέχρι τοὺς Γέροντες, τοὺς χαιρέτησαν μὲ ὑπόκλιση καὶ ἀσπάστηκαν μὲ σεβασμὸ τὸ δεξί τους χέρι. Στὴ συνέχεια, συνοδευόμενες ἀπὸ τὸν ἀνάδοχο, τὸν κουμπάρο ἢ νουνό, ὃπως ὀνομάζεται ὁ ἰδιαίτερος μάρτυρας τοῦ γάμου, βάδιζαν ἀργᾶ πρὸς τὸ σπίτι τῶν συζύγων. Στὴν πορεία αὐτὴ τὶς συνόδευαν τὸ ντέφι καὶ οἱ φωνὲςτῶν τραγουδιστῶν, ποὺ ἐπαναλάμβαναν τὴν ἀντιστροφὴ τοῦ ἐπιθαλάμιου τραγουδιοῦ. 

     Ἀφοῦ παρακολουθήσαμε τὴ συνοδεία νὰ περνάῃ, μὲ ἐπικεφαλὴς τὴν προίκα τῆς νύφης καὶ τὰ δῶρα τοῦ γαμπροῦ, δὲν μπόρεσα νὰ ἀντισταθῷ στὴν εὐχαρίστηση νὰ παρακαθήσῳ στὸ γαμήλιο δεῖπνο. Οἱ καλεσμένοι στὸ γάμο, καθισμένοι στὴν πρασινάδα, ποὺ πάνω της εἶχαν στρώσει ψάθες, ὁμάδες ὁμάδες, σὲ χωριστὰ τραπέζια, στολισμένα μὲ λουλούδια, συμμετεῖχαν στὴ χαρά. 


     Ὁ φωτισμὸς ὅλης αὐτῆς τῆς σκηνῆς ἀπὸ τὶς δάδες, ἀπὸ μυρωδᾶτο πεῦκο, δὲν ἔκρυβε τίποτα ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο, ποὺ ἦταν τόσο ὄμορφος ἀπὸ τὴ λάμψη τῶν ἄστρων, ποὺ φάνταζαν μέσα στὸ διάφανο γαλάζιο του.





     Ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει ἀρκετά, ὅταν ἄφησα τοὺς συνδαιτημόνες μου. Ἄκουγα τὰ τραγούδια τους νὰ συνεχίζονται καὶ ὅταν ξύπνησα ἔμαθα ὅτι μόνο ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄλλης μέρας εἶχε διακόψει τὴ διασκέδασή τους, γιὰ νὰ τοὺς καλέσῃ στὶς ἀγροτικὲς δουλειές τους.

     Ἡ σκληρὴ δουλειὰ αἰώνων δὲν μπόρεσε νὰ σβήσῃ τὸν εὐγενικὸ χαρακτῆρα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων…



«Ταξίδι στην Ελλάδα, ΗΠΕΙΡΟΣ», Φραγκίσκου – Καρόλου – Ούγγου – Λαυρεντίου Πουκεβίλ, ἐκδ. ΑΦΩΝ ΤΟΛΙΔΗ, Ἀθήνα 1994.

Ὁ χάρτης εἶναι  τμῆμα ἀπὸ χάρτη Ἑλλᾶδος τοPouqueville, 1820.
Οἱ φωτογραφίες εἶναι τοῦ Μπαλᾶφα, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἢπειρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου