Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Οἱ Παράσιτοι καὶ ἡ MEGA ἀνακάλυψις...



Ἡ λέξις «παράσιτος» δὲν ἦταν λέξις ἀτιμωτική. Ἀρχικὰ δήλωνε τοὺς βοηθοὺς ἢ τοὺς κατώτερους ὑπαλλήλους τῶν ἱερέων. Τὸ ἒργο τους ἦταν νὰ συλλέγουν τὸν σῖτον ἀπὸ τοὺς μισθωτὲς τῶν κτημάτων τοῦ ναοῦ, νὰ βοηθοῦν στὶς θυσίες καὶ νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὶς προετοιμασίες τῶν ἐορτῶν. Ἡ ἐργασία τους ἦταν χληρὴ καὶ ὃλοι οἱ πολῖτες προσπαθοῦσαν νὰ τὴν ἀποφύγουν.
Γιὰ τὸν λόγον αὐτόν ἒγινε νόμος ποὺ ὑποχρέωνε τὸν πολίτην νὰ ἐκλέγεται καὶ νὰ δέχεται τὴν συγκεκριμένην ὑπηρεσίαν. Μετὰ τὸ πέρας ὃμως τῆς θητείας του ὡς παράσιτος, ἀπαλλασσόταν στὸ μέλλον ἀπὸ μία δεύτερη τέτοια ὑπηρεσία.

Οἱ παράσιτοι σιτίζονταν ἀπὸ τὸν ναόν, ὃπως καὶ οἱ ἱερεῖς: «ὁ δουλεύων ἐν τῷ ναῷ καὶ ἐκ τοῦ ναοῦ τραφήσεται». 



Ἐπίσης παράσιτοι ἐκαλοῦντο καὶ οἱ ἒκτακτοι ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι, οἱ βοηθοὶ τῶν ἀρχόντων, ἓνα εἶδος ἐκτάκτων ὑπαλλήλων ὃπως τῶν δικῶν μας Ὑπουργείων. Ὃπως οἱ ἂρχοντες τρέφονταν δημοσίᾳ δαπάνῃ, ἒτσι καὶ οἱ βοηθοί τους ἐλάμβαναν τὴν τροφή τους ἀπὸ τὸ ἲδιο δημόσιο τραπέζι τῶν ἀρχόντων ὡς παράσιτοι τῶν ἀρχόντων ἢ μᾶλλον παράσιτοι τοῦ δημοσίου ταμείου.

Ἀλλὰ ἡ λέξις αὐτὴ ποὺ σήμαινε εἶδος ὑποδιακόνων ἢ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, ἀπόκτησε καὶ ἂλλην σημασίαν κατόπιν. Δήλωνε ἐπίσης ὃλους ἐκείνους τοὺς πειναλέους καὶ λαίμαργους ἀνθρώπους ποὺ ἀκάλεστοι ἐμφανίζονταν στὰ τραπέζια τῶν πλουσίων ποὺ γιὰ ἀντὰλαγμα τῆς τροφῆς ποὺ τοὺς παρεῖχαν δωρεάν, προκαλοῦσαν τὸν γέλωτα προσποιούμενοι τὸν ἡλίθιον ἢ ἀνεχόμενοι τὴν χλεύη τῶν ἀνθρώπων. Γελωτοποιοὶ δῆλα δή…

Μάλιστα, ἐπὶ τοῦ βασιλέως τῆς Μακεδονίας Φιλίππου, ἡ Ἀθήνα εἶχε τὸση ἀφθονία γελωτοποιῶν, ὣστε στὸ ναὸ τοῦ Ἡρακλέους εἶχε γείνῃ ἑταιρία γελωτοποιῶν τῶν 60. Σὲ αὐτοὺς εἶχε στείλει ὁ Φίλιππος ἓνα τάλαντον μὲ τὴν συμφωνίαν νὰ καταγράφουν τὰ ἀστεῖα τους.

Κατόπιν ὃμως δὲν εἶχε πέρασιν τὸ ἐπάγγελμα καὶ οἱ παράσιτοι ἂλλαξαν πολιτικὴν καὶ ἀπὸ γελωτοποιοὶ ἒγιναν κόλακες: «Ἂλλοτε εἰς παλαιοτέρους χρόνους ἐμποροῦσες κἂτι νὰ κατορθώσῃς προσποιούμενος τὸν βλάκα καὶ δεχόμενος τὰ πάντα ἀκόμη καὶ ῥαβδισμούς. Τώρα ὃμως πιάνομεν τὰ πουλιὰ κατ΄ ἂλλην μέθοδον. Εἶναι εἶδος ἀνθρώπων οἱ ὃποῖοι σώνει καὶ καλὰ θέλουν νὰ εἶναι πρῶτοι καὶ ἐν τοῦτοις δὲν τὸ κατορθώνουν. Πρὸς τοιούτους ἀνθρώπους ἐγὼ καταφεύγω, ὂχι διὰ νὰ μὲ γελῶσιν. Αὐτοὺς ἲσα ἲσα γελῶ ἐγὼ, θαυμάζων τὰ ψυχικά των χαρίσματα. Ὃ,τι μὲ λέγουν τὸ ἐπαινῶ. Καὶ ἂν ἒπειτα λέγουν τὸ ἐναντίον, καὶ τοῦτο ἐγὼ ὡσαύτως τὸ ἐπαινῶ. Καὶ ἂν αὐτοὶ ἀρνοῦνται τι, καὶ ἐγὼ εὐθὺς λέγω ὂχι. Μὲ ἓναν λόγον, τοὺς δικαιόνω εἰς ὃλα καὶ ἐγὼ περνῶ ἐξαίρετα.»

Ἀργότερα πάλι ἦταν ἒνδειξη μεγαλείου νὰ ἒχῃ κάποιος παρασίτους. «Ὁ πλούσιος ἂνθρωπος, καὶ Κροῖσος ἐὰν εἶναι, εἶναι πτωχός, ὃταν τρώγῃ μόνος καὶ φαίνεται ὡς ἐπαίτης, ὃταν ἐξέρχεται χωρὶς παρασίτους. Διότι ὃπως ὁ στρατιώτης χάνει χωρὶς ὃπλα, ὁ ἳππος χωρὶς ἐφιππίου, οὓτω καὶ ὁ πλούσιος χωρὶς παρασίτου εἶναι ὡς μικρὸς κοινὸς ἂνθρωπος.»

Στὴ Ρώμη οἱ ἂνθρωποι δὲν ἀρκέστηκαν μόνο στὶς πνευματικὲς γελοιότητες. Ἒπρεπε καὶ ὃλη ἡ κατασκευὴ τῶν παρασίτων νὰ εἶναι γελοία. Ἒτσι ἀναζητοῦσαν παραμεμορφωμένους, ἠλίθιους καὶ πυγμαίους μὲ ἀκανόνιστα χαρακτηριστικά. Αὐτοὶ οἱ ἂνθρωποι ἀγοράζονταν ἀπὸ τοὺς πλούσιους καὶ ἡ τιμὴ τους αὐξανόταν ἀνάλογα μὲ τὴν βλακεία τους. «Μοὶ ἐπώλησαν αὐτὸν δι΄ ἠλίθιον καὶ ἐπλήρωσα 20.000 σεστέρσια. Δός μοι ὀπίσω τὰ χρήματά μου Γαργαλιανέ, αὐτὸς ἒχει νοῦ!»

Παράσιτους γελωτοποιοὺς βλέπουμε σὲ ὃλες τὶς ἐποχές. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν τῶν σημερινῶν χρόνων νὰ λαμβάνουν καὶ πολιτικὰ ἀξιώματα χρησιμοποιούμενοι ψευτιὲς, κολακεῖες καὶ λόγια ποὺ ἒχουν ἀναγάγει στὴν ὀνομαζόμενην «διπλωματία». Εἶναι ἡ μεγάλη ἐποχὴ τῆς δόξης τῶν παρασίτων ποὺ ἡ περιπετειώδης πορεία τους διὰ μέσου τῶν αἰώνων τοὺς ἐξόπλισε μὲ τὰ κατάλληλα ἐφόδια πονηρίας, ἀδηφαγίας καὶ ἀκολασίας, καταστῶντας τους ἰκανοὺς νὰ ὀδηγήσουν ἀκόμη καὶ ἓνα Ἒθνος στὸν ὂλεθρον γιὰ τὴν δική τους ὁλοκλήρωσιν καὶ ἰκανοποίησιν…

Εἶναι δε τόσο μεταλλαγμένον τὸ παρασιτικὸν γονίδιον ἐντός τους, ποὺ ἒπαψαν νὰ θεωροῦν ἐαυτὸν παράσιτον καὶ πρὸς τέρψιν ἰκανοποίησης, ἐλέγχου καὶ ἐπιβολῆς, ἀνακάλυψαν καὶ δημιούργησαν τὸ παράσιτον τοῦ παρασίτου…

Ἡ ἀνακάλυψις αὐτὴ ἒκτοτε, ὀνομάστηκε MEGA ἀνακάλυψις!


Οἱ πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῶν παρασίτων, πάρθηκαν ἀπὸ ἂρθρο τοῦ κου Π.Π. Οἰκονόμου, εἰς τὸ «Ἡμερολόγιον Σκώκου», τόμ. 3, ἒτ. 1888. xantho.lis.upatras.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου