Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Καὶ τὰ τραγούδια λόγια εἶναι, τὰ λὲν' οἱ πικραμένοι…



Ὄλυμπος 1900, ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ LIFE, © Time Inc

«


«Μὴ μὲ μαλλώνεις Κίσσαβε, κονιαροπατημένε·

ἐγώ ‘μαι ὁ γέρο – Ἔλυμπος στὸν κόσμο ξακουσμένος…» 1*



     Στὸ περίφημο Κλέφτικο τραγοῦδι, ποῦ μαλλώνει ὁ Ὄλυμπος μὲ τὸν Κίσσαβο, καυχιέται ὁ Ὄλυμπος γιὰ τὶς καινούργιες δόξες του, τὶς Κλέφτικες, καὶ καταφρονεῖ τὸν Κίσσαβο τὸν κονιαροπατημένο· δὲν βλέπουμε ὅμως τοῦ Κισσάβου τὴν κατηγορία, καὶ μοναχὰ τοῦ Ὀλύμπου τὴν ἀπολογία μᾶς παραδίνει.  Δὲν ἔχουμε λοιπὸν ἕνα συνέρισμα μὲ ἴσα τὰ ὅπλα, γιὰ τὸ ποιό βουνὸ ἔχει τὴν πιὸ μεγάλη δόξα γιὰ τὶς Κλεφτουριές. Ὁ καυγᾶς ποὺ περιγράφει ὁ ποιητὴς εἶναι καὶ καυγᾶς παραστατικὸς ἑνὸς φυσικοῦ φαινομένου, μία μυθοπλαστικὴ προσωποποιΐα, σὰν τὶς ἀνάλογες ἀρχαῖες ἑλληνικές. Ὁ ποιητὴς ἐξηγάει τῆς φύσης τὸ φαινόμενο μὲ νοῦ ποιητικό. Τέτοια τραγούδια ἔχει πολλὰ ἡ δημοτική μας ποίηση.

     Ἀντιπαραβάλλει λοιπὸν ὁ μυθοπλάστης ποιητὴς τὸν γαληνόμορφο, θεοτικὸ Ὄλυμπο μὲ τοῦ Κισσάβου τὰ σκουντουφλιάσματα καὶ τὴ μαύρην ὄψη. Ἀπὸ τὰ μάτια μας ὁλάκερη δημιουργία ποιητικὴ περνάει· καινούργια μυθολογία ἑλληνικὴ πλάθεται, καὶ δείχνει τὸ πῶς πλάστηκε καὶ ἡ ἀρχαία, ἀπὸ τοῦ λαοῦ τὴν ἴδια ματιά, τὴ δημιουργική, ποῦ ἀρπάζει τὸ ἐξωτερικὸ περιστατικὸ καὶ ξέρει νὰ τὸ δέσῃ μὲ τὸ σύμβολο τὸ ὑπονοητικό.

     Ἡ Κλέφτικη ποίηση ἔχει διπλὸ χαρακτῆρα, ψηλὸ καὶ λυπητερὸ μαζί. Ψηλό, ἐπειδὴ ἔχει φτέρωμα καὶ ἀέρα, παρμένον ἀπὸ τὰ βουνὰ ποῦ τὴ γεννήσανε. Καταλαβαίνεις πῶς ὁ ποιητὴς ζοῦσε στὸ ξέθωρο τὴ στιγμὴ ποῦ ποίησε· ἀγνάντευε μακρυά, μακρυὰ ἀπὸ τὴν κορφὴ τῆς ράχης ποὺ στεκότανε, κι ἀγκάλιαζε ἀπὸ ΄κεῖ βουνὰ καὶ κάμπους. Ὁ ποιητὴς ἤτανε βοσκὸς ἐρημικὸς, ξαγναντευτὴς ἀϊτός, ποῦ ζοῦσε μὲς τῆς πλάσης τὴν ἐρημικὴ γαλήνη. Εἶχε ὀρἰζοντα πλατὺν τριγύρω του. Ὅ,τι ἤτανε σιμά του, ἤτανε πεζό. Εἶχε ἀνάγκη ν΄ἀγναντέψῃ μακρινά, νὰ τρέξῃ μὲ τὴ φαντασία του, καὶ νὰ μάθῃ τὸ τὶ στάθηκε στὸ πέρα τὸ βουνό, στ΄ἀντίκρυ τὸ χωριό, στὸν κάμπο κάτου, καὶ νὰ τραγουδήσῃ τὸν πόλεμο, τὸ θάνατο, τοῦ γάμου τὴ χαρά, ποῦ δὲ ζωγραφηθήκανε μπρὸς στὴ ματιά του, μὰ στείλανε μονάχα τὸν ἀχό τους ὡς ἐκεῖ. 


Βοσκοί στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ, 1903
Frederic Boissonnas (1858-1946)



     Κάθε τέχνη ἔχει ἀνάγκη ὄχι ἀπὸ μίαν ὠμὴ σκηνή, μὰ ἀπὸ τὸ θρῦλο της γιὰ νὰ δημιουργήσῃ. Ἔτσι καὶ ἡ τέχνη τοῦ Κλέφτη ποιητή, «Κάτου στὸν Ἀσπροπόταμο, ποὖν΄ τὰ πολλὰ τὰ χιόνια – χιόνια μου, νὰ μὴ λυώσετε». Ὁ ποιητὴς ἀπὸ ἄλλο βουνὸ ἀγναντεύει τὰ βουνὰ τοῦ Ἀσπροποτάμου, καὶ ἐνῷ ἐτοιμάζεται νὰ τραγουδήσῃ τὴν ἀρρώστεια καὶ τὸ θάνατο τοῦ Τσέλιου, τραβιέται ἀπ΄ τῶν χιονιῶν τὸ θᾶμα, καὶ μὲ μιὰν ἐξαίσια στροφή, γυρίζει καὶ παρακαλάει τὰ χιόνια νὰ μὴν λυώσουνε «γιατ΄ εἶναι ὁ Τσέλιος ἄρρωστος». 2*


 Χαρίζει πάθος ἀνθρώπινο στὴν ἄψυχη φύση. Ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι Ἀσπροποταμίτης, ὅπως ὁ ποιητὴς ποὺ ἀγναντεύει τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Κισσάβου τὸ μάλωμα, δὲν εἶναι Κισσαβίτης, μήτε Ὀλυμπίτης ποιητής.


«Να ΄μουν μιὰ πετροπέρδικα στὰ πλάγια τοῦ Πετρίλου, | ν΄ἀκούρμαινα τὸν πόλεμο…». 3*

     Τῶν Κλεφτῶν ὁ πόλεμος δὲν φτάνει μήτε σὰν ἀχὸς στοῦ ποιητὴ τὴν ἀκοή. Μονάχα μὲ τὴ φαντασία του θέλει νὰ πετάξῃ ἐκεῖ κοντὰ ν΄ἀκουρμαστῇ τὸν πόλεμο. Τοῦ Κίτσου ἡ μάννα, μὲ τὸν πόθο τοῦ ποιητὴ μαζί, παρακαλεῖ νὰ περάσῃ ἀντίπερα ἀπὸ τὸ ποτάμι, ἐκεῖ ποὔχουν οἱ Κλέφτες μάζωξη. 4*

«Θέλτε ν΄ ἀκοῦστε κλάματα, δάκρυα καὶ μοιρολόγια, | περάστε ἀπὸ τὸ Κάρελι, τὸ δόλιο Μεσολόγγι |  κ΄ ἐκεῖ θ΄ ἀκοῦστε κλάματα…..». 5* Ὁ ποιητὴς κ΄ ἐδῶ δὲν εἶναι Μεσολογγίτης.

     Ἡ ποίηση λοιπὸν τῶν Κλέφτικων τραγουδιῶν, σὰν ποίηση ἀντικειμενικὴ ποὺ εἶναι, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀπόσταση χρονικὴ ἢ τοπική. Ὁ ποιητὴς δὲν ποιεῖ ἐπὶ τόπου· θὰ ΄ταν ἔτσι ποιητὴς πεζός. Θέλει ἡ ἀπόσταση νὰ τοῦ ὀμορφήνῃ τὸ θέμα του, ἡ ματιά του ν΄ ἀγναντέψῃ μακρυά, καὶ ἡ φαντασία του νὰ πετάξῃ ἀπ΄ τὸ ψηλὸ καὶ ἔρημο λημέρι της, νὰ φτάσῃ ἔτσι στὸν πόλεμο, στὸ γάμο, στὸ πανηγῦρι τοῦ θανάτου, καὶ ν΄ἀρπάξῃ στὰ πεταχτὰ λίγα σημάδια, ἀφήνοντας τὰ μερικά, τὰ ντόπια, ποὖναι ἄσκημα ὅταν τὰ θωρῇς ἀπὸ κοντά.

 Ἔτσι ξηγᾶμε τὴ γαλήνη τὴ θεϊκὴ, ποῦ πνέει τὸ Κλέφτικο τραγοῦδι, ἐνῷ ἔχει θέμα του συχνό, τὸν πόλεμο καὶ τὸ αἷμα. Ὁ ποιητὴς εἶναι ἀπαθὴς γιατὶ εἶναι μακρινὸς ξαγναντευτής. Κι ὅ,τι ἡ ματιά του ἀγναντεύει, τ΄ὀμορφαίνει ὅλα. Κρίνει μὲ τὴν ἴδια φυσικὴ γαλήνη τ΄ἄψυχα φαινόμενα, ὅπως καὶ τ΄ἀνθρώπινα. Ξέρει καὶ τοῦ βουνοῦ τὴν ἁπαλόχυτη γραμμὴ νὰ τὴν τιμήσῃ μὲ τὸ θαυμασμό του, καὶ στὸ ἡλιοβασίλεμα μαγεμένος νὰ σταθῇ, καὶ τὴν άνατολὴ νὰ προσκυνήσῃ.


«Βελοῦχι μου περίμορφο κ΄Ὀξυὰ ζωγραφισμένη…». Τὰ βουνὰ γίνονται πλάσματα ὁλοζώντανα καὶ τοῦ μιλᾶνε. Πότε εἶναι θυμωμένα καὶ μαλλώνουνε, πότε εἶναι γαληνὰ κι ἀλλάζουνε κουβέντες…

«Ποιος εἶδε τέτοιο, θάμασμα, παραξενιὰ μεγάλη |νὰ κουβεντιάζουν τὰ βουνά… | Ἡ Λιάκουρα τῆς Λεβαδιᾶς κ΄ἡ Γκιώνα τοῦ Σαλώνου |καὶ τὰ Βαρδούσια τὰ ψηλά…». 6*



Χελμός, 1903
Φωτογραφία, Frederic Boissonnas (1858-1946)


      Καὶ τὰ βουνὰ μὲ τὴν ἀνθρώπινη λαλιά, μιλᾶνε γιὰ τοὺς Κλέφτες… Ὅποιος ἀξιώθηκε νὰ δῇ τὰ θεϊκὰ βουνὰ τῆς Ρούμελης, κατάλαβε γιατὶ δὲν μαλλώνουν ὅπως ὁ Ὄλυμπος καὶ ὁ Κίσσαβος, τὰ δυὸ βουνά. Τόση εἶναι ἡ ἀχάλαστη γαλήνη ποὺ τὰ περιζώνει. 


     Τὸ Κλέφτικο τραγοῦδι εἶναι μονότονο στὴ μουσική του, λυπητερό, ὅπως τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Τὰ τραγούδια τῆς Ρούμελης καὶ τοῦ Μωριᾶ, σὰν τραγούδια βουνίσια, πλάσματα τῆς μοναξιᾶς, τοῦ ποιητὴ βοσκοῦ γεννήματα, τοῦ ρεμβασμοῦ του ξεχειλίσματα, σὰν ἔργα ποὺ τὰ πνέει τῆς ἀλήθειας ἡ πνοή, τοῦ πάθους ἡ λαχτάρα, σὰν ξεχύματα ἀπ΄ αὐτόχυτη πηγή βγαλμένα, ὄχι μὲ σκοπὸ νὰ χαροκοπήσουνε τὸν ξένο ποῦ τ΄ ἀκούει, μὰ νὰ ξαλαφρώσουν τὸν ἴδιο ποῦ τὰ λέει στὴν ἐρημιά, καὶ τὰ ξομολογιέται στὸν ἀχὸ τοῦ βράχου, καὶ στὸ μουρμουρητὸ τῆς ρεματιᾶς. Αὐτὰ τὰ τρσγούδια, δὲν μποροῦνε παρὰ νἆναι τραγούδια μονότονα, λυπητερά.

«Καὶ τὰ τραγούδια λόγια εἶναι, τὰ λὲν οἱ πικραμένοι | θέλουν νὰ βγάλουν τὸν καημό, μὰ ὁ καημός δὲν βγαίνει …».

     Ὁ χωριάτης ἄμα πονῇ κι ἄμα μελαγχολῇ, ἀκουμπάει στὸ χέρι τὸ κεφάλι, καὶ παίρνει τὸ τραγοῦδι σιγαλὰ καὶ ταπεινά, καὶ πιάνει ὕστερα τὴ φλογέρα. Τὸ λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του…
Ἄν στήσετε αὐτὶ κι ἀκουρμαστῆτε τῆς μοναξιᾶς τὸ μυστικό, θὰ δῆτε πῶς αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ θλίψη. Θλίψη χύνει ὁ ἥλιος ἅμα βασιλεύει, καὶ τ΄ἀγέρι ἅμα βογγᾷ στὰ πεῦκα, καὶ τὸ νεράκι ἅμα κυλάει σιγαλινὸ ἀπὸ τὴν ἀνάβρα του. Κι ὁ ποιητής ἂν εἶναι ἀληθινός, θλίψη θὰ χύνῃ στὴν καρδιά του.

     Τὰ Κλέφτικα τραγούδια, τῆς μοναξιᾶς πλάσματα, εἶναι τραγούδια ποὔχουν τῆς μπαλλάντας τὴ μορφή, τραγούδια ἱστορικά κ΄ ἕνας λαὸς ὁλάκερος τὰ παίρνει, καὶ τὰ τραγουδάει καὶ τὰ ὀμορφαίνει. Καὶ στὸ τέλος, ὄχι ἕνας ἄνθρωπος, μὰ ὁ ἴδιος ὁ λαὸς εἶναι ὁ δημιουργός τους. Καὶ εἶναι λυπητερὰ, γιατὶ καὶ τοῦ λαοῦ ἡ ψυχὴ εἶναι λυπητερὴ, σὰν ψυχὴ ποιητικὴ ποὺ εἶναι καὶ αὐτή…


Ἐπιλογὲς ἀπὸ τὸ «Ὁ Λαὸς ὁ Ποιητής» τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη…
Λαογραφία, Δελτίον τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφικῆς Ἐταιρεῖας, Τόμ. Ζ, 1923






1* Ο ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΙ Ο ΚΙΣΣΑΒΟΣ

«Ὁ Ὄλυμπος κ' ὁ Κίσσαβος, τά δυό βουνά μαλώνουν·

Γυρίζει τότ' ὁ Ὄλυμπος, καί λέγει τοῦ Κισσάβου·

Μή με μαλώνεις, Κίσσαβε, κονιαροπατημένε!

Ἐγώ είμ' ὁ γέρος Ὄλυμπος, 'σ τόν κόσμον ξακουσμένος.

Ἔχω σαράντα δυό κορφαὶς, ἑξῆντα δυό βρυσούλαις·

Πᾶσα βρυσή καί φλάμπουρον, παντοῦ κλαδί καί κλέφτης·

Καί 'σ τήν ψηλήν μου κορυφήν ἀετός εἶν' καθισμένος,

Καί εἰς τά νύχια του κρατεῖ κεφάλ' ἀνδρειωμένου·

»Κεφάλι μου, τί ἔκαμες, κ' εἶσαι κριματισμένον; 

»Φάγε, πουλί, τά νεάτα μου, φάγε καί τήν ανδρείαν μου,

»Νά κάμης πήχην τό φτερόν, και πιθαμήν τό νύχι.

»'Σ τόν Λοῦρον, 'σ τό Ξερόμερον ἁρματωλός ἐστάθην,

»'Σ τά Χάσια καί 'σ τόν Όλυμπον δώδεκα χρόνους κλέφτης·

»Ἑξῆντ' ἀγάδαις σκότωσα, κ' ἔκαψα τά χωριά τους·

»Κ' ὅσους 'σ τόν τόπον ἄφησα καί Τούρκους κ' Ἀρβανίταις,

»Εἶναι πολλοί, πουλάκι μου, καί μετρημόν δέν ἔχουν.

»Πλήν ἦρθε κ' ἡ ἀράδα μου 'σ τόν πόλεμον νά πέσω».



2* ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ - ΤΣΕΛΙΟΥ

«Πικρὰ λαλοῦνε τὰ πουλιά, πικρὰ τὰ χελιδόνια,

πικρὰ λαλεῖ μιὰ πέρδικα μέσ' ὰπὸ τὴ φωλιά της.

--Βουνά μου, τ' Ἀσπροπόταμου, βουνὰ τοῦ Ξηρομέρου,

τὰ χιόνια νὰ μὴν λιώσετε, ὥσπου νὰ ΄ρθοῦν καὶ τ' ἄλλα,

γιατὶ εἶν' ὁ Τσέλιος ἄρρωστος, βαριᾷ γιὰ νὰ πεθάνῃ.

Τὸν κλαίει ἡ μέρα κ΄ ἡ αὐγὴ κι ὅλα τὰ παλικάρια

καὶ τοὺς γιατροὺς ἐκκάλεσε νὰ τὸν ἐπισκεφτοῦνε.

Κι ἕνας γιατρὸς βασιλικός, ποῦ τὸν γιατροκομοῦσε,

μὲ ραγισμένη τὴ μιλιά, βαρύθυμα τοῦ κρένει:

--Τσέλιο μ', δὲν εἶσαι γιὰ ζωή, γιὰ τὸν ἀπάνω κόσμο,

παρὰ ΄σαι γιὰ τὴ μαύρη γῆς, τ' ἀραχνιασμένο χῶμα».



3* TOY MΠOYKOYBAΛA

«Mάνα μὲ καταράστηκε, βαριά κατάρα μοῦ ’πε

ὁλημεροῦλα πόλεμο, τὸ βράδυ καραοῦλι

Να ΄μουν μιὰ πετροπέρδικα, στὰ πλάγια τοῦ Πετρίλου,

στὰ πλάγια καὶ στὰ πετρωτά καὶ στὲς κοντοραχοῦλες,

νὰ σκονώμουν τ΄ἀποταχὺ δυ΄ὥρες νὰ ξημερώσῃ,

ν΄ἀκουρμαστῷ τὸν πόλεμο, πῶς πολεμοῦν οἱ Κλέφτες,

οἱ Κλέφτες κι οἱ ἁρματωλοί, κι ὁ Γιάννης Μπουκουβάλας,

στὸν πάτο στὰ Κουμπουργιανᾶ, μπροστὰ στὴν Παναγία.

Γιῶργο Χαϊντούκης φώναξε τ΄Ἀλέξη Τραγουδάκα:

βᾶλτε φωτιὰ στὴν ἐκκλησιά, κᾶψτε τοὺς Τούρκους μέσα,

χίλια φλωριὰ νὰ τὴ χρωστῷ, καινούργια νὰ τὴ φτιάσῳ».





4* ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ Η ΜΑΝΑ

«Τοῦ Κίτσιου ἡ μάνα κάθονταν στὴν ἄκρη στὸ ποτάμι,

μὲ τὸ ποτάμι μάλωνε καὶ τὸ πετροβολοῦσε.

»Ποτάμι μ', γιὰ λιγόστεψε, ποτάμι μ' , γύρνα πίσω,

γιὰ νὰ περάσῳ ἀντiπερα, πέρα στὰ κλεφτοχώρια,

πὄχουν οἱ κλέφτες σύναξη, κι ὅλοι οἱ καπεταναῖοι

πὄχουν ἀρνιὰ καὶ ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα,

πὄχουν κι ἕνα γλυκὸ κρασί, ὀποῦ γλεντοῦν καὶ πίνουν.

Τὸν Κίτσο τὸν ἐπιάσανε, πᾶνε νὰ τὸν κρεμάσουν.

Χίλιοι τὸν πᾶν ἀπὸ μπροστᾶ καὶ δυὸ χιλιάδες πίσω

κι ὅλο ξοπίσω πήγαινε ἡ μαύρη του ἡ μανούλα.

Μοιρολογοῦσε κι ἔλεγε, μοιρολογεῖ καὶ λέει:

--Κίτσο μ’, ποῦ εἶν’ τ' ἄρματα, τὰ ἔρημα τσαπράζια;

--Μάνα λωλή, μάνα τρελλή, μάνα ξεμυαλισμένη

δὲν κλαῖς τὰ μαῦρα νιάτα μου καὶ τὴν παλικαριά μου

μόν' κλαῖς τά ' ρημα τ' ἄρματα, τὰ ἔρημα τσαπράζια».



5* Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

«Θέλτε ν’ ἀκοῦστε κλάματα, δάκρυα καὶ μοιρολόγια;

Περᾶστε ἀπὸ τὸ Κάρελι κι ἀπὸ τό Μεσολόγγι.

Ἐκεῖ θ’ ἀκοῦστε κλάματα, δάκρυα καὶ μοιρολόγια,

πῶς κλαῖν οἱ μάνες γιά παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ μάνες.

Δὲν κλαῖνε γιὰ τὸ σκοτωμό, ποὺ θὲ, νὰ σκοτωθοῦνε,

μον’ κλαῖνε γιὰ τὸ σκλαβωμό, ποὺ θὲ νὰ σκλαβωθοῦνε.

῏Ηταν Σαββάτο ἀποβραδίς, ἀνήμερα Λαζάρου·

τρανὸ τελάλη βάρεσαν μέσα στὸ Μεσολόγγι

στὶς ἐκκλησιὲς μαζώχτηκαν ὅλοι μικροί μεγάλοι

κι ἕνας τὀν ἄλλον ἔλεγε κι ἕνας τὸν ἄλλον λέει

- «Ἀδέρφια, τί θά κάμωμε στὸ χάλι ποὺ μᾶς ἦρθε;

εἰκοσι μέρες πέρασαν ποὺ ὁ ζαερὲς* ἐσώθη,

φάγαμε ἀκάθαρτα σκυλιὰ καὶ γάτες καὶ ποντίκια,

τό Βασιλάδι ἔπεσε, τὸ Αἰτωλικὸν ἐχάθη,

ἤρθαν καὶ τὰ καράβια μας καὶ πάλι πίσω πᾶνε.»

Θανάσης Κότσκας φώναξε, Θανάσης Κότσκας λέει:

- «Ἀδέρφια ἀς πολεμήσωμε τοὺς Τούρκους σὰ λιοντάρια

καί το γιουρούσι* ἀς κάμωμε, πὰς καὶ διαβοῦμε πέρα.

Μπροστὰ νάβγοῦν οἱ γέροι, στη μέσην οἱ γυναῖκες.

Ἐγίνικε τὸ τσάκισμα μὲς στοῦ Μακρῆ τὴν τάπια ̇

κι τό γεφύρι χάλασαν καί τὰ παιδιὰ τὰ πνίξαν.

Οἱ ἄρρωστοι μέσα μείνανε, μαζί μὲ τό δεσπότη ̇

φωτιά στό κάστρο βάλανε. Κανένας δέ σκλαβώθη».



6* ΤΟΥ ΔΡΟΣΟΥ

«Ποιός εἶδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο, μεγάλο,

νὰ κουβεντιάζουν τὰ βουνὰ μὲ τὶς κοντοραχοῦλες.

Ἡ Λιάκουρα τῆς Λεβαδιᾶς κ΄ἡ Γκιώνα τοῦ Σαλώνου

καὶ τὰ Βαρδούσια τὰ ψηλά, πὄχουν τὶς καταβόθρες.

Κατάστρεψαν τὴν κλεφτουριά, τοὺς δόλιους Ἀνδρουτσαίους,

τὸ Δρόσο τὸν περήφανο, τὸν πολυξακουσμένο

πὄχει τὶς πέντε ἀδερφές, τὶς πολυξακουσμένες.

Ἡ μιὰ τὸν κλαίει τὴν αὐγὴ κι ἄλλη τὸ μεσημέρι

κοντὰ ‘σ τὸ γλυκοχάραμα, τὸν κλαῖν, κι οἱ πέντε ἀντάμα».






Φωτογραφίa, Ὄλυμπος 1900, ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ LIFE, © Time Inc, http://images.google.com/hosted/life/163545027d2c1762.html

Χλόη 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου