Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Ὁ Ὄλυμπος τοῦ Μελετζῆ...



Ο Σπύρος Μελετζής στην κορυφή του Μύτικα. Αύγουστος 1948.


     Η αγάπη του Σπύρου Μελετζή για τον Όλυμπο είναι γνωστή: όχι μόνο από το 1948 μέχρι το 1993 (σε ηλικία 87 ετών!..) έχει ανέβει στην κατοικία των θεών δεκαέξι φορές, όχι μόνο έχει τραβήξει αναρίθμητες φωτογραφίες κάθε γωνιάς και κάθε πλευράς του υψηλότερου βουνού της Ελλάδας και του έχει αφιερώσει ειδικό φωτογραφικό λεύκωμα, αλλά επίσης, εμπνεόμενος από τις ομορφιές και από το τι συμβολίζει, τόσο στον αρχαιοελληνικό όσο και στον νεοελληνικό κόσμο, έχει γράψει, ως πληθωρική καλλιτεχνική φύση, και πολλά ποιήματα εκ των οποίων -δυστυχώς- ελάχιστα έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

     Στον αναγκαστικά περιορισμένο χώρο του σημειώματος μας, θα θέλαμε να θίξουμε τη μεταφυσική πλευρά της τέχνης του Μελετζή, έτσι όπως παρουσιάζεται σε μιαν από τις -κατά τη γνώμη μας- πλουσιότερες σε περιεχόμενο και μορφή συνθέσεις του. Είναι ένα έργο του 1970, που ο καλλιτέχνης ονοματίζει «Βοσκός στον Όλυμπο».

    Ο βοσκός στέκεται στο μέσον περίπου του φωτογραφικού πίνακα, μικρό σημάδι μπροστά στην απεραντοσύνη του τοπίου -καταλαμβάνει μόλις το 0,15% περίπου της επιφάνειας της σύνολης φωτογραφίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο καλλιτέχνης δεν πασχίζει να δώσει την προσωπογραφία ενός χωρικού με φόντο τον Όλυμπο, αλλά επιδιώκει να υποβάλει το μεγαλείο της Φύσης -ίσως και της θείας Φύσης- σε αντίστιξη με τη σμικρότητα και την ευθραυστότητα του ανθρώπου. Όμως, παράλληλα, πιστεύει ότι η Φύση είναι φιλική προς την ανθρώπινη υπόσταση και ότι το σφρίγος της μετοχετεύεται σε όποιον την πλησιάζει, το δηλώνει σαφώς και με την ποίηση του: 

«Νιώθω να παίρνω δύναμη από τη δύναμη σου
να ξαστερώνει η σκέψη μου και μέσα η καρδιά μου
όλο και πιο αχόρταγη να γίνεται βουνό μου».




Βοσκός στον Όλυμπο. Η σκληρότητα του εφήμερου 
σε συνάφεια με το χάδι του απείρου. 1970.


     Στη φωτογραφία αυτή αναδεικνύονται οι θεμελιακές δυαδικές σχέσεις της κατά Μελετζή θέασης του κόσμου: η πετρώδης χοϊκή αίσθηση των πραγμάτων σε σύναψη με το υπερβατικό μεγαλείο των πιο τολμηρών ενοράσεων, η σκληρότητα της καθημερινής ζωής σε συνάφεια με το χάδι του απείρου. Λίγο πιο κάτω από τον βοσκό χάσκει ένα κενό, ένα βάραθρο μαύρο και ανήλιο, σύμβολο του Άδη και του θανάτου. Κοντά στο άκρο του έχει στήσει ο Μελετζής τον βοσκό του, ο οποίος δεν ταλαντεύεται, δεν διστάζει: είναι σταθερά στραμμένος προς τον ήλιο, προς το φως, προς τη ζωή, αρνούμενος τον θάνατο, έτσι όπως η ελληνικότητα του αρχετυπικά τον προστάζει, έτσι όπως ο φωτογράφος - ποιητής τονίζει: «και στέκομαι αντικρυστά και περγελώ το χάρο».



Μετά τον κεραυνό. Μια σύνθεση γεμάτη ένταση, έργο δυο τυφλών δυνάμεων της φύσης κι ενός ευαίσθητου ανθρώπινου ματιού. Όλυμπος, 1947.

     Πάνω από το βοσκό, στο βάθος, ο όγκος του βουνού, καθώς ακριβώς στο μέσο του ύψους της φωτογραφίας, σβήνει το πετρώδες επίπεδο, το κοντινό πλάνο, και αρχίσει η κλίση του βουνού προς τις κορυφές. Εκεί, ακριβώς στη μέση, τοποθετεί ο καλλιτέχνης την κεφαλή του βοσκού, αποτελούσα μέρος του σώματος και ταυτόχρονα κέντρο του πνεύματος. Ο Μελετζής στη σύνθεση του εναρμονίζει, σε μια ομόλογη σχέση, τα ύψη της φύσης με τα πνευματικά ύψη του ανθρώπου και τις επίπεδες επιφάνειες της πετραίας γης με το κορμί και την πεζή καθημερινότητα του ατόμου. Με αυτόν τον τρόπο, ο καλλιτέχνης, από τον παρόντα εμπειρικό κόσμο, μας αίρει στο επέκεινα της εμπειρίας, κάνοντας μας να αισθανθούμε τον πνευματικό κόσμο τον αιώνιο.
Μια τελευταία παρατήρηση: Το έργο αυτό του Μελετζή μας παραπέμπει, σε μια πρώτη ματιά, στον Μωυσή, μόνο του στο όρος Σινά, παραλαμβάνοντα τις Δέκα Εντολές.
Όμως αυτή η πρώτη εντύπωση αμβλύνεται μέχρι αναιρέσεως της, καθώς, κατά την βιβλική εξιστόρηση, «αστραπαί και νεφέλη γνοφώδης επ' όρους Σινά» και «το όρος Σινά εκαπνίζετο όλον». Επικρατεί καπνιά και σκοτεινιά, ενώ στο έργο του Μελετζή ο βοσκός γαλήνιος ατενίζει τον ζωοδότη ήλιο.




Όλυμπος. Θεών δώμα νεφοστεφές, απροσπέλαστο. 1948.


     Εδώ ο γνόφος διαλύεται από την καταλυτική εξουσία του ήλιου και προβάλλει η διαφάνεια του τοπίου και η καθαρότητα των πραγμάτων, η χαρά της ζωής και ο γόνιμος χαμογελαστός ερωτιασμός του Σύμπαντος με τον άνθρωπο. Έτσι, δεν έχει εδώ θέση ο βλοσυρός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά μάλλον ο γαλήνιος Ιησούς της Καινής, ο ποιμένας των ανθρώπων, ο οποίος ήλθε ως «φως εις τον κόσμον» ώστε κανείς «εν τη σκοτία μη μείνη». Όπως γράφει ο φωτογράφος-ποιητής, όλα στον Όλυμπο του -τελικά στην Ελλάδα του- είναι «λιόχαρα, όλο γνώση και πνεύμα».Ακριβώς, στη σύνθεση αυτή του Μελετζή επιτυγχάνεται, συν τοις άλλοις, η σύμμειξη της ελληνικής με τη χριστιανικήν αίσθηση του κόσμου.

Τάσος Μακράτος, «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 1994 via ἀνεμούριον


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου