Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Ὁ δρόμος τοῦ Μαραθωνίου Μαχητοῦ.



   

   «Ἡ ἀρχαία παράδοσις σῴζεται καὶ τώρα στὰ στόματα τοῦ λαοῦ. Ἔπαθε βέβαια τὶς παραλλαγὲς της καὶ αὐτὴ ὅπως ὅλα τ’ ἄγραφα μνημεῖα, ὅσα διατηρεῖ στὸ νοῦ τοῦ ὁ λαὸς καὶ τὰ παραδινεῖ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, σὰν ἱερὰ καὶ πολυτιμὴ παρακαταθήκη. Δὲν ἀναφέρει κατ’ ὄνομα τὸν πεζοδρόμο ποὺ ἔδραμεν αἱματοκυλισμένος νὰ φέρῃ τῇ χαροποιὰ εἴδησι τῆς νίκης στοὺς λιποψυχισμένους ἀπὸ τὴν προσδοκίαν δημογέροντας τῶν Ἀθηνῶν. Ὀλίγα μόνον διατηρεῖ σημάδια ὁρισμένα: τὸν τόπο ὅπου ἔγεινεν ἡ μάχη· τῇ μάχῃ αὐτῇ πὼς ἤταν φρικτῇ καὶ ἀντροφόνος· τὸν ἐχθρό πὼς ἤταν ὁ πατροπαράδοτος καὶ μισητὸς τοῦ γένους, ὁ τοῦρκος (σημ. Πέρσες)· καὶ τοὺς σταθμούς ποὺ ἔκαμεν ὁ πεζοδρόμος πολεμιστὴς γιὰ νὰ φτάση ἕως τὴν πόλι. Καὶ ἄλλο ἕνα ἀκόμη, τὸ κυριώτερο, πὼς ὁ πεζοδρόμος μόλις πρόφθασε νὰ ξεφωνήσῃ τὴν εἴδησι στοὺς πρώτους πολίτας κ’ ἔσκασεν εὐθὺς ἀπὸ τὸν μεγάλο κάματο καὶ τῇ μεγαλήτερη συγκίνησι.

Ἀλλ’ αὐτὰ καὶ μόνα ἀρκοῦν καὶ παραρκοὺν νομίζω, νὰ μᾶς πείσουν πῶς ἡ παράδοσις δεν μνημονεύει ἄλλο τι γεγονὸς παρὰ τὴν μάχην τοῦ Μαραθῶνος καὶ τὸν δρόμον τοῦ Μαραθωνίου μαχητοῦ. Καὶ ἡ παράδοσις, λέγει ἀκριβῶς ὅτι μάχῃ μεγάλη ἔγεινε μία φορὰ στὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνος. Τούρκοι (σημ. Πέρσες) πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ καὶ μὲ λαμπρὰ ἅρματα, ἤρθαν νὰ καταδουλώσουν τῇ χώρᾳ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ νὰ περάσουν στην Ἀθῆνα. Δεν ἐπήγαν γραμμὴ στην Ἀθῆνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα, δικάταρτα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ.

Οἱ Ἕλληνες ἦσαν λίγοι ἐμπρὸς στὴν ἀμετρήτη δύναμι τοῦ ἐχθροῦ. Ἐσυνάχθηκαν σιδεραρματωμένοι ἀπ’ ὅλα περίγυρα τὰ χωρία καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα κ’ ἐπιᾷσαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἔδω, πάει τοὺς σπάσαμε δὲν θὰ ἰδοὺν τῇ στράτα νὰ φύγουν.
Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βραδύ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχθροί· ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὰ κορμιὰ βροντομαχώντας ἀπὸ τὶς ἀρματωσιές, ἐπεφταν σὰν σταχοδέματα στὸ χωράφι κ’ ἔστρωναν τῇ γῆ. Τὸ αἷμα ἔπηγε ποτάμι· ἔφθασεν ἕως τὰ ῥίζα τοῦ Βρανὰ κ’ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντικρύ. Ἔσυρεν ὡς τῇ θάλασσα κ’ ἔβαψε κατακόκκινα τα γαλάζια κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγεινε!
Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ τούρκοι (σημ. Πέρσες) ἔτρεξαν νὰ γλιτώσουν στὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ’ ἐκεῖ, τοὺς κατασφάξαν. Δὲν ἐγύρισε κανένας στῇ μαύρη μάνα τοῦ· κανεὶς δὲν εἶδε πάλι τὴν δόλια του γυναῖκα καὶ τ’ ἀνήλικα παιδιά του.
Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τῇ μεγάλῃ εἴδησι στην Ἀθῆνα. Ὁ ἔνας ἔτρεξε καβαλλάρης· ὁ ἄλλος πεζὸς καὶ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἔπηγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἐπιασε τῇ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ κ’ ἐκατέβηκε στὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἴδαν οἱ γυναῖκες, ἔτρεξαν πασίχαρες κοντά του.  
-Σταμάτα, τοῦ φώναζαν· σταμάτα!.. 
Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τι ἀπογεινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μία στιγμὴ νὰ παρῇ φύσημα κ’ ἔπειτα πάλι δρόμο.
Ὁ πεζοδρόμος φεύγει καὶ ἀκόμη φεύγει. Ζαρκάδι γοργοπόδαρο δὲν τὸν ἔβλεπε· πουλὶ πετούμενο δὲν τὸν φθάνει. Φαίνεται καὶ χάνεται σὰν ἀστραπή. Τέλος φθάνει στὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἔπηγε νὰ ξεψυχήση· πιάστηκε ἡ ἀναπνοὴ τοῦ· τὰ πόδια τοῦ ἔτρεμαν. Τώρα ἔλεγε νὰ πέση.
Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθὺν ἀνασασμό. Ἐκεῖνο ἤταν. Ἀναζησεν εὐθὺς ψυχὴ ἔβαλε μέσα τοῦ νέα· χάλυβας ἔγειναν τὰ καλαμοπόδαρά του. Μία καὶ δυο, ἔφθασε τέλος στὴν Ἀθῆνα.  
-Ἐνικήσαμε! Εἶπε μὲ βροντερὴ φωνή.  
Κ’ ἔπεσεν εὐθὺς κ’ ἐξεψύχησεν. Ὁ καβαλάρης ταχυδρόμος ἀκόμη δεν ἐφάνηκε!..
Ἐκεῖ ὅμως που σταμάτησεν ὁ πεζοδρόμος κ’ ἐκεῖ ποὺ πῆρεν ἀναψυχὴ ἄφησε τ’ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ’ ὀνομάσαν Σταμάτα· τὸ δεύτερο Ψυχικό.
Ἀλλὰ πῶς θὰ ὀνομάσουν τῶρα τὸ μέρος ποῦ θὰ σταματήση, εἴτε θὰ παρῇ ἀναψυχή, εἴτε θὰ σκάση ὁ μεθαυριανὸς πεζοδρόμος; Καὶ μὲ τὶ χαρακτηριστικὲς φράσεις ἡ λαϊκὴ φαντασία θὰ πλέξῃ ἄραγε τοῦ φωτεινοῦ δρόμου τῇ ἄξιᾳ παράδοσι;
Ἂς τὸ μάθουν οἱ μέλλουσαι γενεαί». 
Ἀνδρέας Καρκαβίτσας

  *Κείμενο τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα, ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ Πανηγυρικὸ Φύλλο τῆς 'Εστίας, μὲ ἀφορμὴ τοὺς 1ους Ὁλυμπιακοὺς Ἀγῶνες, τὸ 1896.






 

Τμῆμα ἄρθρου ἀπὸ τὴν Ἐστία, Α’ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΦΥΛΛΟ, 30.3.1896, ὁλόκληρο τὸ φύλλο -> invenio.lib.auth.gr
Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπὸ tro-ma-ktiko.blogspot.com, enet.gr, el.wikipedia.org


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου