Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ὁ Πουκεβὶλ στὴν Ἢπειρο...

Τμῆμα ἀπὸ χάρτη Ἑλλάδος τοῦ Pouqueville, 1820


     Ἦταν 15 Μαΐου τοῦ 1806, ὅταν κατέβηκα γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Δελβινάκι. Μέχρι τότε δὲν εἶχα δεῖ στὴν Ἢπειρο παρὰ μόνο πόλεις καὶ χωριὰ χτισμένα σὲ μέρη ἀπόκρημνα καὶ πολλὰ ἀπ΄ αὐτὰ σκαρφαλωμένα στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν σὰν ἀετοφωλιές. Βρῆκα ἕνα ἀπ΄ αὐτὰ τὰ χωριὰ στὸ βάθος μιὰς χούνης καὶ κρυμμένο μέσα σ΄ἕνα βαθούλωμα, κλεισμένο ὁλόγυρα ἀπὸ βράχους, ποῦ ἒμοιαζαν σὰν νὰ θέλουν νὰ τὸ κρύψουν ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ταξιδιωτῶν. Οἱ κάτοικοί του γιόρταζαν. Εἶχαν πανηγύρι. 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΡΗΤΗ, ΝΗΣΙ ΜΟΥ. Τοῦ Νίκου Καζαντζάκη


Τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1945, ὁ Νίκος Καζαντζάκης περιοδεύει στὴν Κρήτη ὡς μέλος τῆς κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Διαπιστώσεως Γερμανικῶν Ὠμοτήτων.



ΚΡΗΤΗ, ΝΗΣΙ ΜΟΥ
Τοῦ Νίκου Καζαντζάκη

     Σοβαρὸ εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, ἀγέλαστες. Κοιτάζεις ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο τὴν Κρήτη ν΄ ἁπλώνεται στὴ θάλασσα καὶ νοιώθεις πὼς ἀληθινὰ τὸ νησὶ τοῦτο εἶναι γιοφύρι ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἠπείρους. Σημαδεμένο κι΄ ἀπ΄ τὶς τρεῖς τοῦτες μεγάλες Μοῖρες. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Εὐρώπη πήδησε κι΄ ἔχτισε φωλιὰ στὴν Κρήτη τὸ πεινασμένο ἀρπαχτικὸ πουλὶ ποὺ τὸ λέμε πνεῦμα. Ἄπλωσε τὶς φτεροῦγες του στὸ Κρητικὸ χῶμα καὶ γέννησε τὸν μυστηριώδη, βουβὸ ἀκόμα, ὅλο ζωή, χάρη, κίνηση καὶ λαμπρότητα Κρητικὸ πολιτισμό.

     Ἡ Κρήτη ἀληθινὰ ἔχει κάτι τὸ πανάρχαιο, τὸ ἅγιο, τὸ πικραμένο καὶ περήφανο, ποὺ ἔχουν οἱ χαροκαμένες μάνες ποὺ γέννησαν παλικάρια. Ἔχει τόσο πολὺ πολεμήσει καὶ ὑποφέρει ἡ γῆς ἐτούτη, ἔχει τόσο πολὺ συνηθίσει τὸ θάνατο, ποὺ τὸν ξεφοβήθηκε πιὰ καὶ μπορεῖ νὰ γελάῃ καὶ νὰ παίζῃ μαζί του.
Σαράντα μέρες γύριζα τὸ περασμένο καλοκαῖρι τὴν Κρήτη, γιὰ νὰ δῷ τὰ χωριὰ ποὺ γκρέμισαν κι ἔκαψαν οἱ βάρβαροι καὶ τοὺς ἄντρες καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ τοὺς ἔντυσαν τὴ μαύρη ἀρματωσιὰ τοῦ πένθους. Περίμενα ν΄ ἀκούσῳ κλάματα καὶ νὰ δῷ χέρια ν΄ἁπλώνονται νὰ ζητοῦν βοήθεια. Καὶ βρῆκα ἀνυπόταχτες, ἀπαράδοτες ψυχὲς καὶ κορμιὰ μισόγυμνα πεινασμένα καὶ ἀλύγιστα.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΟΛΛΑ ΡΙΧΤΕΡ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ...!



Καὶ ἂλλος Γερμανὸς εἰδήμων… καὶ μάλιστα τιμημένος ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Δημοκρατία μὲ τὸν Χρυσὸ Σταυρὸ τοῦ Τάγματος τοῦ Φοίνικα!

Γράφει ὁ Ν. Ι. Μέρτζος,
πρόεδρος τῆς Ἐταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν, δημοσιογράφος καὶ συγγραφέας.

ΠΟΛΛΑ ΡΙΧΤΕΡ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με ολοσέλιδη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», την Κυριακή 16/9/2012 ο Γερμανός καθηγητής της Ελληνικής και Κυπριακής Ιστορίας Χάιντς Ρίχτερ ενημερώνει τους Έλληνες ότι:
Η Ελλάδα, μετά τον Δεκέμβρη του 1944, δεν θα είχε γίνει κομμουνιστική εάν νικούσε ο ΕΛΑΣ. Αλλά και μετά το 1946 ο Στάλιν δεν στήριξε τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Ούτε μια σφαίρα δεν έστειλε. Μόνον ο ρομαντικός επαναστάτης Τίτο το έκανε ώσπου κι αυτός κατάλαβε ότι δεν είχε κανένα νόημα. Εάν, λοιπόν, ο Τσόρτσιλ άφηνε ελεύθερους τους Έλληνες, είναι πιθανό από μόνοι τους να εγκατέλειπαν τότε το πελατειακό κράτος.

Ωστόσο, η Ιστορία διαφωνεί ριζικά με τον συγκεκριμένο καθηγητή της και αυτός το γνωρίζει καλά. Τα Κρατικά Αρχεία των τότε κομμουνιστικών κρατών, που δημοσιεύθηκαν μετά το 1995, αποκαλύπτουν ότι μαζική στρατιωτική, οικονομική και υγειονομική βοήθεια απέστελλαν συνεχώς στον ΔΣΕ σ’ όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Ανατολική Γερμανία και η Πολωνία.
Μόνον η Πολωνία και μόνον από τον Οκτώβριο 1948 μέχρι τον Αύγουστο 1949 απέστειλε στον ΔΣΕ, μέσω Αλβανίας με 14 αποστολές πλοίων, 14 χιλιάδες τόνους πολεμικού υλικού και 30 χιλιάδες τόνους ιματισμού, τροφίμων, ασυρμάτων και άλλων υλικών. Την ίδια περίοδο η ίδια χώρα, με 12 αεροπορικές αποστολές απέστειλε, μέσω Βουλγαρίας-Αλβανίας-Γιουγκοσλαβίας, επί πλέον εκρηκτικά, πολεμοφόδια και φαρμακευτικό υλικό. Αυτή η βοήθεια της κόστισε σε ένα μόνον έτος 16 εκατομμύρια δολάρια. Ανάλογη βοήθεια έστειλαν και όλα τα άλλα κράτη.


Ἡ "Πρώτη Αἰγαιακὴ Ταξιαρχία Κρούσης"

Τα Αρχεία της Κομινφόρμ αποκαλύπτουν το επιτελικό σχέδιο επιχειρήσεων για την αποστολή της βοήθειας προς τον ΔΣΕ από όλες τις χώρες-μέλη της υπό τον συντονισμό της σοβιετικής ηγεσίας. Γι’ αυτόν τον σκοπό η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. συνεδρίασε τέσσερις φορές σε ένδεκα μήνες με την Κομινφόρμ στο Βουκουρέστι στις 10 Μαρτίου 1948, στη Βαρσοβία στις 8 Σεπτεμβρίου 1948, στην Πράγα στις 20 Ιανουαρίου 1949 και στη Βουδαπέστη στις 15 Φεβρουαρίου 1949. Ο «ρομαντικός επαναστάτης» Τίτο έστειλε τη μακράν μαζικότερη βοήθεια μέχρι και τον Μάιο 1949.

Την ενσωμάτωση της ελληνικής «αιγαιατικής» Μακεδονίας στην ομόσπονδη γιουγκοσλαβική «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» επεδίωκε ανοικτά ο «ρομαντικός» όπως βεβαιώνουν στις δημοσιευμένες αναμνήσεις τους οι στενοί συνεργάτες του Μίλβαν Τζίλας, Έντβαρντ Κάρντελι και Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς Τέμπο, καθώς επίσης οι ηγέτες της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα και της Βουλγαρίας Γκεόργκι Δημητρώφ και Τσόλα Ντραγκοΐτσεβα. Δεν γεννήθηκε με ανεμογκάστρι το Μακεδονικό που αντιμετωπίζουμε έως και σήμερα.

Ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού, γιος του Προέδρου της ΕΔΑ, Ηλία Ηλιού, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αυγή» και μετά στο βιβλίο του Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος τα Αρχεία του Κ.Κ.Ε. εσωτ. Αποκαλύπτουν το επιχειρησιακό «Σχέδιο Λίμνες» βάσει του οποίου στρατηγικός στόχος του ΔΣΕ το 1947 ήταν να δημιουργήσει χωριστό κράτος στην ελληνική Μακεδονία.
Άλλωστε ο Μιλτιάδης Πορυφυρογένης, αντιπρόσωπος του Κ.Κ.Ε. στο Συνέδριο Γαλλικού Κ.Κ., στο Στρασβούργο, διεκήρυξε δημόσια από το βήμα του Συνεδρίου στις 27 Ιουνίου 1947 ότι η αποφασιστική πολεμική επίδοση του Δ.Σ.Ε. αποκρυσταλλώνεται κιόλας προς τη δημιουργία μιας λεύτερης Δημοκρατικής Ελλάδας με δική της κυβέρνηση και δική της κρατική υπόσταση.


Κρατικά Αρχεία των −τότε− Ανατολικών χωρών με πλήρη και λεπτομερή τεκμήρια για την ολόπλευρη βοήθειά τους προς τον ΔΣΕ έχουν δημοσιεύσει οι καθηγητές της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας Νίκος Μαραντζίδης, Βασίλης Κόντης και Σπύρος Σφέτας. Προφανώς δεν υπέπεσαν στην αντίληψη του συναδέλφου τους Χάιντς Ρίχτερ! Τόσο πολύ ενημερωμένος είναι ο Γερμανός καθηγητής της Ελληνικής Ιστορίας ή τόσο πολύ αποφασισμένος; 
Τολμά να υποστηρίζει ότι ο ΕΛΑΣ θα καταργούσε το πελατειακό κράτος στην Ελλάδα και αποκλειόταν να εγκαθιδρύσει κομμουνιστικό καθεστώς «Λαϊκής Δημοκρατίας» στην Ελλάδα, αν είχε επικρατήσει στα Δεκεμβριανά.  
Ως φαίνεται, όμως, και η Ελληνική Ιστορία θέλει τον Γερμανό της!


Τὸ ἂρθρο τοῦ κου Μέρτζου  -->  media.ems.gr
Εἰκόνες
ἐδῶ, 
ἐδῶ  καὶ ἐδὼ!
Πληροφορίες γιὰ τὸν κο Χάιντς Ριχτερ --> ἐδῶ στὰ Γερμανικὰ
ἐδῶ, βιογραφικό καὶ βιβλία στὰ Ἑλληνικά

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Χρόνια ὁλόκληρα ἤμουνα στρατιώτης...




    Στὶς παραμονὲς τοῦ Μεγάλου Πολέμου (Α΄ Π.Π), ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Εὐρώπη νὰ ἔχῃ διαιρεθῇ σὲ δύο μεγάλα στρατόπεδα: Στὴν Συνεννόηση (Entente) ὅπου συμμετεῖχε ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία καὶ στὴν συμμαχία τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων ὅπου συμμετεῖχε ἡ Γερμανία, ἡ Αὐστροουγγαρία καὶ ἡ Ἰταλία. Οἱ Μεγάλες Δυνάμεις ἀναζητοῦσαν ἀπεγνωσμένα συμμάχους μεταξὺ τῶν μικροτέρων κρατῶν, μὲ τὴ Γερμανία νὰ προσεταιρίζεται τὴ Βουλγαρία καὶ τὴν Τουρκία καὶ τὴν Ἀντᾶντ νὰ πιέζῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Σερβία. Ἡ Ἀγγλία μεσορανοῦσε διεθνῶς ἔχοντας ἀμέτρητες ἀποικίες σὲ ὅλες τὶς ἠπείρους. Ἡ Γερμανία διεκδικοῦσε τὸ δικό της μερίδιο στὶς ὑποανάπτυκτες χῶρες, στὸν ὀρυκτό τους πλοῦτο ἀλλὰ καὶ στὰ πετρέλαια τῆς Ἀνατολῆς.

    Ὁ Ἕλληνας πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπεδίωκε ἡ Ἑλλάδα νὰ σταθῇ στὸ πλευρὸ τῆς Ἀντᾶντ καὶ κυρίως στὸ πλευρὸ τῆς Μεγάλης Βρετανίας, τὴν ὁποία θεωροῦσε παγκόσμια δύναμη καὶ ἀπὸ τὴ συμμαχία αὐτὴ προσδοκοῦσε ὀφέλη καὶ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἔφταναν μέχρι τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Ἄρα ἀνῆκε στὴ φιλοπόλεμη μερίδα ἡ ὁποία ὑποστήριζε τὴν ἔξοδο τῆς Ἑλλάδος στὸν πόλεμο ὡς σύμμαχος τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως (Entente). Ὁ βασιλέας Κωνσταντῖνος, γαμπρός ἀπὸ ἀδελφὴ τοῦ Γερμανοῦ Κάιζερ Γουλιέλμου, ἐξ αἰτίας τῆς συγγενικῆς του σχέσης, ἀνῆκε στὴ φιλειρηνικὴ μερίδα καὶ ὑποστήριζε τὴν οὐδετερότητα τῆς χώρας σὲ περίπτωση διενέξεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων…

Ἡ Ἑλλάδα μοιράστηκε σὲ δύο στρατόπεδα. Βενιζελικοὶ ἐναντίον Βασιλικῶν...



  


Ἀφηγεῖται ὁ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ


«Ἤμουνα κληρωτὸς τὸ ΄14. Ὑπηρετοῦσα στὶς Σέρρες. Ἄμα τσακατίστηκε ὁ βασιλεῦς Κωνσταντῖνος μὲ τὸν Βενιζέλο, μᾶς λένε οἱ ἀξιωματικοί μας: «Θὰ πᾶμε στὴν Καβάλα».
Ξεκινήσαμε γιὰ τὴν Καβάλα μὲ τὰ πόδια. Οἱ Ἐγγλέζοι μᾶς βαροῦσαν ἀπὸ πάνω μὲ τ΄ἀεροπλάνα. Τάχα δὲν ἤξεραν πὼς ἤμασταν ἑλληνικὸς στρατός. Τρεῖς μέρες κάναμε νὰ φτάσουμε στὴν Καβάλα. Νηστεία. Τρεῖς μέρες τρώγαμε γαλέτα. Ἀπὸ κοντὰ μᾶς λέν «Θὰ πᾶμε στὴ Δράμα». Ξεκινήσαμε πάλι, νηστικοὶ καὶ κακορίζικοι. Ἄμα φτάσαμε ἐκεῖ, βράσαν φασόλια καὶ μᾶς δῶσαν. Ἕνα καζάνι μεγάλο ἦταν.
Θυμᾶμαι ἕνας στρατιώτης ἀπὸ τὴν Τσάρα, Μποῦγλα τονε λέγαν, ἔφαγε πολλὰ φασόλια κι ἔσκασε γιὰ σημάδι. Πέθανε. 
Ἐκεῖ στὴ Δράμα συνενοένται αὐτοὶ οἱ μεγάλοι, τὰ κέρατα οἱ ἀξιωματικοί, καὶ μᾶς λέν: «Τώρα, παιδιά, θὰ φύγουμε διαμέσου Κορυτσᾶς». Μᾶς βάλαν ἀποστολὲς στὴν ἀμαξοστοιχία κι ὕστερα ἀπὸ μεγάλο ταξείδι βρεθήκαμε στὴ Γερμανία. «Ἐδῶ παιδιά» μᾶς λέν, «θὰ περάσουμε καλά», καὶ μᾶς ἔδωσαν νὰ φᾶμε. Φάγαμε μακαρόνια. Ψωμὶ ντίπ. Ἄμα φάγαμε μᾶς λὲν οἱ ἀξιωματικοί: «Τώρα παιδιὰ θὰ πᾶμε μὲ βῆμα στὴν πόλη. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι περήφανος». Μᾶς εἶπαν τέτοια πολλὰ καὶ μᾶς βάλαν στὸ φιλότιμο.
Μπήκαμε στὴ γραμμή, μπροστὰ μουζικὲς καὶ ἴσια στὴν πόλη. Γκαίρλιτς τὴ λέγαν. Ἐκεῖ βρήκαμε καὶ ἄλλους στρατιῶτες (Πρόκειται γιὰ τοὺς 400 ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς 6.000 ἄντρες τοῦ 4ου Δ΄Σωματος Στρατοῦ, ποὺ παραδόθηκαν ἀπὸ τὸ διοικητή τους στοὺς Γερμανοβούλγαρους, τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1916). Εἶχαν ἔρθει μπροστύτερα μὲ ἄλλη ἀποστολή.
«Τί γένεται ἐδῶ, μωρὰ παιδιά;» ρωτᾶμε. Σφίχτε τὴν κοιλιά σας μ΄ἕνα λουρί», μᾶς λέν, «γιὰ νὰ βαστάξ΄τι». Ἐμεῖς ἀρχίσαμε νὰ φωνάζουμε τότε στοὺς ἀξιωματικοὺς μας: «Τί μᾶς φέρατε ἐδῶ;» «Σωπᾶστε», μᾶς λέγαν, «θὰ μᾶς δώσουν οἱ Γερμανοὶ νὰ φᾶμε». Μᾶς δῶσαν μιὰ κουραμάνα, πλιθὶ ἦταν. Οἱ Γερμανοὶ δὲ μᾶς χώνευαν. «Ἐδῶ δὲν ἔχουμε νὰ φᾶμε ἐμεῖς», λέγαν, «ἤρθατε κι ἐσεῖς…» 
Δυόμισι χρόνια μείναμε στὴ Γερμανία. Βλέπεις οἱ ἀξιωματικοὶ σκιάζονταν τὸν Βενιζέλο καὶ δὲ γύριζαν πίσω στὴν Ἑλλάδα.
Ἐμεῖς μὲ τὰ πολλὰ κάναμε στάση. «Πεθαίνουμε ἀπὸ τὴν πείνα», λέμε. «Τί χαλέβουμε ἐμεῖς στὴ Γερμανία;» Μᾶς ἀπόλυσαν ὄξω νὰ δουλεύουμε. Ἐγὼ ἔπιασα δουλειὰ σὲ ἕνα ἐργοστάσιο, τότες τὸ κτίζαν. Μ΄ἔριξαν στὰ χαντάκια νὰ περνάω τὰ ρούλια, τὰ κιούγκια ἀποῦ λέμε ἐμεῖς. Ἔπαιρνα δέκα μάρκα τὴν ἡμέρα. Ἔξι μῆνες ἔκατσα ἐκεῖ. Ὕστερα, μιὰ μέρα, μάθαμε πὼς οἱ ἀξιωματικοὶ κάναν πάλι χαρτιὰ μὲ τσὶ Γερμανοὶ γιὰ νὰ παραμείνει τὸ στράτευμα. Ἄμα τὸ μάθαμε αὐτό, ξεσηκωθήκαμε. Θέλαμε νὰ γυρίσουμε. Παίρνουν χαμπέρι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τί γίνεται καὶ λέν:» Παιδιά, θὰ σπάσουμε τὶς ἀποθῆκες νὰ πάρουμε ροῦχα καὶ τρόφιμα καὶ νὰ φύβγουμε».
Μαζευόμαστε, σπάζουμε τὴν ἀποθήκη, οἱ Γερμανοὶ μᾶς εἶδαν, ἀλλὰ δὲν κουνήθηκαν. Πήραμε ὅτι ἦνταν νὰ πάρουμε καὶ κόβουμε πέρα. Μὲ τὰ πόδια πάλι. Πηγαίναμε παρέες παρέες. Βρήκαμε ἕνα Γερμανό, τὸν πληρώσαμε καὶ μᾶς ὀδήγησε σ΄ἕνα σταθμό. Δὲν ξέραμε ποῦ βρισκόμασταν, μὰ ἐγὼ λέω πὼς θὰ ἤμασταν στὴν Αὐστρία. Ὁ σταθμὸς ἦταν κάργα Ἕλληνες στρατιῶτες. «Βγᾶλτε εἰσιτήριο», μᾶς λένε. Πληρώσαμε πενῆντα μάρκα γιὰ τὸ εἰσιτήριο. Ἄμα ἦρθε τὸ τραῖνο καὶ ὁ ἐπικεφαλὴς ἔμαθε πὼς βγάλαμε εἰσιτήριο, «Ἀντροπή», λέει, «αἰχμάλωτοι καὶ νὰ πληρώσουν εἰσιτήριο». Μᾶς ἔδωσαν πίσω τὰ λεφτά.

Τὸ τραῖνο αὐτὸ μᾶς ἔβγαλε στὴ Ρουμανία. «Παιδιά, πᾶτε μιὰ βόλτα», μᾶς λέει, «καὶ ἐλᾶτε πίσω». Μᾶς βάζουν ὕστερα σ΄ ἕνα καράβι, καὶ φτάσαμε σ΄ἕνα μέρος ποὺ τ΄ἀστόχησα τώρα πῶς τὸ λέγαν. Ἔπειτα πάλι δρόμο μὲ τὰ πόδια καὶ φτάσαμε στὴ Βάρνα, στὴ Βουλγαρία. Ἐκεῖ στὴ Βάρνα ἦταν Ἄγγλοι. Μᾶς λέει ἕνας Ἕλληνας ἐπιλοχίας: «Παιδιά, νὰ κατεβεῖτε στὴν παραλία, θὰ΄ρθῃ ἕνας τρανὸς στρατηγὸς νὰ τὸν ὑποδεχτοῦμε».
Γρήγορα γρήγορα ἐμεῖς ἀλλάζουμε, φτιάχνουμε καὶ ἕναν τσολιά, ὁ ἕνας τοῦ δάνεισε τσαρούχια, ὁ ἄλλος φέσι, σημαία καὶ πᾶμε. Πήγαμε κατὰ τετρᾶδες. Ἐκεῖ ἦταν Ἄγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι… Ἦταν και μαθήτριες. Μόλις εἶδαν τὸν Ἂγγλο στρατηγό, τὸν πῆραν στὸ τραγοῦδι. Μόλις πέρασε μπροστά μας ὁ στρατηγός, χράπ! ἐμεῖς τὸν χαιρετᾶμε. Εὐχαριστήθηκε αὐτός. 
Μόλις ἔφυγε ὁ στρατηγός, οἱ Βούλγαροι χύθηκαν ἀπάνω μας νὰ μᾶς πάρουν τὴ σημαία. Ὅπλα δὲ εἴχαμε. Βαρούσαμε μὲ τὰ χέρια. Ἔγινε χαμός. Σκορπίσαμε σαδῶ σακεῖ. Οἱ Βούλγαροι ξέραν ἑλληνικά, ἄκουγαν ὅ,τι λέγαμε καὶ μᾶς κυνηγοῦσαν. Ἐμεῖς ἀναγκαστήκαμε νὰ φτιάξουμε μαχαίρια καὶ τοὺς καρφώναμε μ΄αὐτά. Γινόταν μακελειὸ κάθε μέρα. Οἱ Ἄγγλοι, τὸ ἱππικό, μᾶς βλέπαν καὶ γελοῦσαν. Κάναν γοῦστο μὲ τὰ χάλια μας.





Κάθε μέρα κατεβαίναμε στὴν παραλία μπὰς καὶ βροῦμε καράβι νὰ φύβγουμε. Ἐρχόνταν καράβια, ξεφόρτωναν, ἔφευγαν, ἐμεῖς οἱ φουκαρᾶδες ἐκεῖ. Στὰ τελευταῖα μᾶς πῆραν. «Ἄντε, σώθηκαν οἱ ἀμαρτίες μας», εἴπαμε. Μὰ ποῦ. Βγήκαμε στὴν Κωνσταντινούπολη. Μαζεύτηκε κόσμος. Ρωτοῦσαν γιὰ τὰ παιδιά τους. Ἕλληνες ἦταν. Ἦρθαν γιατροί, μᾶς ἐξέτασαν κι ὕστερα μᾶς μπαρκάρουν σ΄ἕνα καράβι καὶ μᾶς πᾶνε στὴν Κρήτη στὸ Ἠράκλειο. Μᾶς εἶχαν γιὰ βασιλικοὺς βλέπεις. 
Ἐκεῖ χορτάσαμε. Φάγαμε. Τὸ μᾶρκο μᾶς τὸ περνοῦσαν ἔξι δεκᾶρες. Ἔξι μῆνες μᾶς εἶχαν στὴν Κρήτη. Ὕστερα μᾶς δῶσαν ἕνα μῆνα ἄδεια νὰ πᾶμε στὰ σπίτια μας. Ἦρθα στὸ χωριό. Πέρασαν οἱ μέρες, ἔληξε ἡ ἄδεια, μὰ ἐμεῖς κρυβόμασταν. Εἴχαμε μπιζερίσει νὰ ΄μαστε στρατιῶτες.
Τότες πλάκωσαν οἱ Κρητικοὶ καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ βγοῦμε, πιᾶσαν τὶς οἰκογένειές μας. Τάχαμ΄ πὼς ἤμασταν βασιλικοί. Ἐγὼ δὲν ἤμουνα βασιλικός, οὔτε ἤξερα ἀπὸ τέτοια, ἂν κρυβόμουνα ἦταν γιατὶ φοβόμουνα τὸ ξῦλο. 
Μὲ τὰ πολλὰ βγήκαμε. Μόλις μᾶς βλέπουν οἱ Κρητικοί, ἄρχισαν νὰ φωνάζουν: «Εἶστε λιποτᾶχτες». Φόβο ἐμεῖς. Σκιαζόμασταν μπᾶς καὶ μᾶς δείρουν. Ὅμως μπῆκε στὴ μέση ἕνας ἀξιωματικός Δασκαλόπουλο τονε λέγαν. Μόλις μᾶς εἶδε, «Καλῶς τὰ παιδιά», μᾶς λέει καὶ μᾶς κέρασε τσιγάρο. Ὕστερα περάσαμε ἀπὸ τὸ χωριὸ Πουλιάνα, μάζεψαν καὶ τοὺς ἄλλους στρατιῶτες καὶ φύγαμε. Μᾶς πῆγαν στὶς Σέρρες. 
Χρόνια ὁλόκληρα ἤμουνα στρατιώτης. Ἀφοὺ ἄμα μὲ ρωτοῦσαν «Τί δουλειὰ κάνεις;», ἀπαντοῦσα «Στρατιώτης». Εἶχα ξεχάσει πὼς ἤμουνα ἀγρότης…»





-Ἡ ἀφήγηση τοῦ Γεωργίου Σταμούλη εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΦΩΝΕΣ, μαρτυρίες Θεσσαλῶν γιὰ τὸν 20ο αἰῶνα», Μαρούλα Κλιάφα, ἐκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, β΄ἒκδοση, 2001.
Φωτογραφίες 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Τὸ Σανατόριο τοῦ Γρανίτη...



   Ὁ χωματόδρομος μοιάζει σὰν κάποιος νὰ τὸν ἔχῃ φυτέψῃ μὲ πέτρες καὶ ἡ δύναμη τοῦ νεροῦ εἶναι χαραγμένη πάνω στὰ νεροφαγώματα ποὺ συναντᾶμαι στὴ διαδρομή μας… Σταματᾶμε μπροστὰ σὲ ἕνα ἐγκαταλειμμένο κτίριο· παλιὸ τσιμέντο ἔδινε τὶς βάσεις στήριξης στὴν ὄμορφα πελεκημένη πέτρα. Τὸ Σανατόριο, ὅπως τὸ λένε οἱ ντόπιοι. 

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέψεις...





Οἱ σκέψεις μου γέμισαν τὸν φθινοπωρινὸ ἀέρα

σὰν τὰ κιτρινισμένα φύλλα.

Σκέψεις ποὺ διαμορφώθηκαν ἀργὰ καὶ ἀνεπαίσθητα

ὃταν οἱ ξεριζωμένοι αἰῶνες πέρασαν μπροστά μου,

γλιστρῶντας στὸ χρόνο 

ἀθέατοι καὶ ἀνέγγιχτοι τοῦ συλλογικοῦ τρόμου

ποὺ τμῆμα του εἲμαστε προσθήκη.

Κι ἂν εἶναι ὁ σαρκασμὸς

ποὺ μιλάει αὐτὴν τὴν στιγμὴ

συγχωρῆστε με,

εἶναι γιατὶ δὲν θέλω νὰ παρατείνῳ

τὴ γιορτὴ τοῦ τίποτα

ποὺ μᾶς ἐξανεμίζει μέσα στὴν ἀκινησία,

ὃταν ἀκόμα καὶ αὐτά, τὰ δέντρα

ἐξακολουθοῦν νὰ σείουν τὰ κλαδιά τους.

Γιατὶ ὃταν τὸ μέλλον γίνει παρὸν

καὶ τὸ σήμερα, αὒριο

ὃταν πιὰ πάψει ἡ σιωπηρὴ ἀνακωχὴ

ποὺ τὰ φιλτραρισμένα λόγια

κήρυξαν στὴν καρδιά μας,

τότε τὸ παγερὸ ρῖγος τῆς ἀναγνώρισης

θὰ ταξιδέψῃ παρέα μὲ τὸ αἷμα στὶς φλέβες μας

καὶ οἱ χαμένες ψυχὲς ποὺ παγιδεύτηκαν

σ`αὐτὸν τὸν ἀπατηλὸ κόσμο,

οἱ λαθραῖοι ἀναγνῶστες τῆς ζωῆς

θὰ ξεδιπλώσουν τὶς μυστικές φτεροῦγες

ποὺ καλὰ κρατοῦσαν κρυμμένες

στὰ βάθη τοῦ μυαλοῦ

καὶ θὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς σκέψεις αὐτὲς

ποὺ καταδυναστεύονται

ἀπὸ τὸν τρόμο καὶ τὴν παραφροσύνη.

Δὲν εἶναι μόνο σκέψεις

ὃσα μοιράζομαι μαζί σας

μὰ καὶ ἐλπίδα...






Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Ὁδοιπορικὸ Γεωργίου Λαμπάκη...



 Ἂβδηρα, ἡ κρήνη τοῦ χωριοῦ

     Ὁ Γεώργιος Λαμπάκης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα στὶς 18 Φεβρουαρίου τοῦ 1854. Μεγάλωσε φτωχικὰ καὶ σὲ κλίμα βαθιᾶς θρησκευτικότητας. Σπούδασε θεολογία στὴν Ἀθήνα καὶ χριστιανικὴ ἀρχαιολογία στὸ Μόναχο, τὴ Λειψία, τὸ Βερολίνο καὶ τὸ Ἐρλᾶνγκεν, ὅπου καὶ ἀναγορεύτηκε διδάκτωρ.

     Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Γερμανία ἐκδήλωσε ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ μελέτη καὶ τὴ διάσωση τῶν χριστιανικῶν μνημείων καὶ τὴν προαγωγὴ τῶν σπουδῶν τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας. Μὲ μἰα ὁμάδα λογίων τῆς ἐποχῆς, ἴδρυσε τὴ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἐταιρεία (ΧΑΕ), τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1884.. Σκοπός της ἦταν ἡ διάσωση τῶν μνημείων τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιότητας, ἡ συλλογὴ ἀντικειμένων καὶ ἡ σύσταση Μουσείου Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας.